Ημερολόγια ταξιδιών

 

New York – Alaska

Μια φωτογραφία που τα λέει όλα για αυτό το ταξίδι. “Ετσι” περάσαμε.

Εχουν περάσει 26 χρόνια απο τότε που έκανα αυτό το ταξίδι. Και όμως θυμάμαι με μεγάλη λεπτομέρεια ενα σωρό στιγμές, που ζήσαμε. Ηταν απίστευτη εμπειρία. Δε έχει νόημα να πώ …Alaska Highway, Dempster highway, Αρκτικός κύκλος κλπ. Ολα αυτά είναι “τοπωνύμια”.

Σημασία έχει αυτό που ζήσαμε εκεί. Στιγμές που μας αφήνανε άφωνους, μας κάνανε high ή μας σπαζοχιολιάσανε.

Η αλήθεια βέβαια είναι οτι η ανατολική ακτή δεν “φτουράει” μπροστά σε όσα ζήσαμε στον Βόρεια Καναδά και την Αλάσκα. Αν ήταν συναυλία θα έλεγα, ότι η ανατολική ακτή, ήταν ενα πολύ καλό “support group” που έκανε το άνοιγμα, μέχρι να ανέβουν στην σκηνή τα μεγάλα όνόματα.

Τα ΠΟΛυ μεγάλα ονόματα, αυτής της “συναυλίας”, τα ζήσαμε στον βόρειο Καναδά και στην Αλάσκα. 

08 ΜΑΪΟΥ-New York

H πτήση της Delta Airlines προσγειώθηκε στις 16:30 το απόγευμα στο αεροδρόμιο Κένεντι της Νέας Υόρκης. Η υγρασία ήταν αποπνικτική και η θερμοκρασία άγγιζε τους 29 βαθμούς. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε και ο Ιταλός οδηγός ταξί να συμπληρώσει την εικόνα. Η διαδρομή από το αεροδρόμιο προς το κέντρο της πόλης κοστίζει 35 δολάρια, όμως εκείνος ζητούσε 100 μαζί με διόδια μόλις ξεκινήσαμε και αρνιόταν να μας αφήσει στο ξενοδοχείο, κάνοντας κύκλους στο τετράγωνο μέχρι να «ρυθμιστεί» το θέμα. Τελικά, ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις, κατεβήκαμε με τις βαλίτσες μας, αφού πληρώσαμε 50 δολάρια, χέρι με χέρι πριν πάρουμε τα πράγματά μας από το πορτμπαγκάζ. Τέλος καλό, όλα καλά.

Γρήγορα βρεθήκαμε στο Grand Hyatt New York, στην Park Avenue, καθώς τα Hyatt Hotels ήταν χορηγοί μας σε αυτό το ταξίδι. Στις 7 το απόγευμα κάναμε την πρώτη μας βόλτα. Με τα φωτογραφικά οπλισμένα, η περιήγηση ξεκίνησε στις κεντρικές λεωφόρους της Νέας Υόρκης.

Φάγαμε το βράδυ στο εστιατόριο Hooligans, στην 4η λεωφόρο, κάτω από το Empire State Building. Σίγουρα νιώθεις δέος όταν σκέφτεσαι ότι πάνω σου υψώνονται περισσότεροι από 100 όροφοι. Το φαγητό ήταν εξαιρετικό και, κυρίως, δεν απαγορευόταν το κάπνισμα.

09 ΜΑΪΟΥ-New York-Montreal

Το επόμενο πρωί ήμασταν όλοι από τις 5 στο πόδι. Το ραντεβού με τον υπεύθυνο της Mercedes ήταν προγραμματισμένο για τις 8:30, προκειμένου να μας οδηγήσει στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στο Μανχάταν και να παραλάβουμε επισήμως τα δύο Mercedes ML που μας είχαν διαθέσει για το ταξίδι. Η κίνηση όμως ήταν μεγάλη και χρειαστήκαμε αρκετή ώρα μέχρι να φτάσουμε εκεί.

Με τον Σταύρο Παρασκευαίδη, που μας διέθεσε τα 2 Mercedes ML, στα γραφεία της Mercedes στο Μανχάταν

Έτσι, ξεκινήσαμε στις 11 το πρωί για τα πρώτα 680 χιλιόμετρα με κατεύθυνση τα σύνορα του Καναδά και προορισμό το Μόντρεαλ. Στα αυτιά μας αντηχούσε ακόμη το «They will not do it» που μουρμούρισαν δύο περαστικοί έξω από τα γραφεία της Mercedes, τη στιγμή που τοποθετούσαμε τα αυτοκόλλητα «Νέα Υόρκη – Αλάσκα» πάνω στα δύο ML. Μας εκνεύρισε, αλλά ταυτόχρονα μας προβλημάτισε. Μπροστά μας είχαμε σχεδόν 10.000 χιλιόμετρα.

Το Μόντρεαλ είναι η δεύτερη μεγαλύτερη γαλλόφωνη πόλη στον κόσμο μετά το Παρίσι. Βρίσκεται εξ ολοκλήρου χτισμένο πάνω σε νησί στον ποταμό Άγιο Λαυρέντιο. Πρόκειται για μια ρομαντική πόλη που φιλοξένησε Ολυμπιακούς Αγώνες και διαθέτει και πίστα Formula 1. Έχει εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα από τη Νέα Υόρκη: όταν φτάσαμε, η θερμοκρασία ήταν μόλις 6 βαθμοί Κελσίου, έβρεχε και είχε ομίχλη.

Στο Μόντρεαλ

Σταματήσαμε σε ένα γραφικό καφέ, το Second Cup, και οργανώσαμε το πρόγραμμά μας για την επόμενη ημέρα: επίσκεψη στο Ολυμπιακό χωριό με τον τεράστιο κεκλιμένο πύργο, βόλτα στον λόφο Mont-Real, από τον οποίο πήρε το όνομά της η πόλη, στην παλιά πόλη και φυσικά στην πίστα της Formula 1.

10 ΜΑΪΟΥ-Montreal-Ottava

Ο καιρός ήταν πολύ άσχημος το πρωί. Η βροχή έπεφτε δυνατά, το κρύο ήταν τσουχτερό και η θερμοκρασία παρέμενε στους 6 βαθμούς, ενώ η υγρασία άγγιζε το 95%.

Η Λουκία έτοιμη για την πίστα της F1

Ξεκινήσαμε με διάθεση για την πίστα της Formula 1, και προς έκπληξή μας ήταν ανοιχτή.

Έναν μήνα πριν το Grand Prix του Ιουνίου, συνεργεία τοποθετούσαν τις λυόμενες κερκίδες και προετοίμαζαν την πίστα. Το κιβώτιο της M-Class ήταν ιδανικό, συνδυάζοντας αυτόματη και χειροκίνητη λειτουργία, κι έτσι μπορέσαμε να οδηγήσουμε στην πίστα, που είναι χτισμένη πάνω σε μικρά νησάκια ενωμένα με γέφυρες. Ένας χώρος φιλικός, από τον οποίο δύσκολα φεύγεις.

Στην πίστα της F1 στο Μόντρεαλ

Επισκεφθήκαμε επίσης τη Βιοσφαίρα, τη μεταλλική σφαίρα της Expo ’67, μέσα σε καταρρακτώδη βροχή, και στη συνέχεια πήγαμε στο Ολυμπιακό χωριό και στο Biodome, όπου μέσα σε έναν κλειστό θόλο έχουν αναπαρασταθεί τέσσερις διαφορετικές κλιματικές ζώνες, από το τροπικό περιβάλλον του Αμαζονίου μέχρι το πολικό ψύχος με πιγκουίνους. Δεν ανεβήκαμε στον κεκλιμένο πύργο του Ολυμπιακού Σταδίου, καθώς η ομίχλη δεν επέτρεπε καμία ορατότητα.

Αργά το μεσημέρι βρεθήκαμε στην παλιά πόλη με τα στενά δρομάκια και την όμορφη αρχιτεκτονική της, και στη συνέχεια πήραμε τον δρόμο για την Οτάβα. Τα επόμενα 300 χιλιόμετρα τα διανύσαμε κάτω από καταρρακτώδη βροχή. Χρειάστηκαν 4,5 ώρες, καθώς ακόμη και στην υψηλή σκάλα οι υαλοκαθαριστήρες δυσκολεύονταν να απομακρύνουν το νερό. Έπρεπε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί μέχρι που φτάσαμε στην Οτάβα στις 7 το απόγευμα.

Πρόκειται για μια πανέμορφη πόλη με πολλά κτίρια γοτθικού ρυθμού, χτισμένα κατά τον 19ο αιώνα δίπλα στον ποταμό Οτάβα. Αφήσαμε τα πράγματά μας στο ξενοδοχείο, επισκεφθήκαμε ένα φημισμένο βιβλιοπωλείο της πόλης και καταλήξαμε το βράδυ στα Dennys για δείπνο.

Στα Dennys για δείπνο.

11 ΜΑΪΟΥ-Ottava-Toronto

Νωρίς το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε τη φωτογράφηση στο κέντρο της Ottawa, με τα πανέμορφα κτίρια και τα εμπορικά της καταστήματα.

Ottawa με τα πανέμορφα κτίρια της

Φιλικότατος ο Καναδός αστυνομικός

Είδαμε το κανάλι Rideau με τα locks, που πραγματικά μας εντυπωσίασαν. Η Ottawa θεωρείται η «Silicon Valley του Βορρά», καθώς φιλοξενεί πολλές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας. Η πόλη ιδρύθηκε το 1826 από βρετανικά στρατεύματα, τα οποία εγκαταστάθηκαν εκεί για να κατασκευάσουν το κανάλι Rideau, που ενώνει τον ποταμό Ottawa με τη λίμνη Ontario.

Το πρόβλημα ήταν η υψομετρική διαφορά ανάμεσα στον ποταμό και τη λίμνη, οπότε δημιουργήθηκε μια σειρά από locks μέσα στο κανάλι, σαν διαδοχικά σκαλοπάτια, ώστε το νερό να μεταφέρεται σταδιακά από το ένα επίπεδο στο άλλο χωρίς να προκαλούνται πλημμύρες.

Επισκεφτήκαμε το διάσημο για τους χάρτες του, βιβλιοπωλείο World of Maps

Στη συνέχεια ξεκινήσαμε για το Toronto, την τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Βόρειας Αμερικής, γνωστή για τον τεράστιο πύργο της, που τότε ήταν η ψηλότερη ελεύθερη κατασκευή στον κόσμο, αλλά και για τη Greek Town με τους περίπου 200.000 Έλληνες κατοίκους. Έπρεπε να καλύψουμε 480 χιλιόμετρα κάτω από συνεχή βροχή.

Καθ’ οδόν βλέπαμε διαδοχικές πινακίδες που ενημέρωναν για τα πρόστιμα ανάλογα με την ταχύτητα: στα 120 χλμ./ώρα 95 δολάρια, στα 130 χλμ./ώρα 138 δολάρια και στα 140 χλμ./ώρα 285 δολάρια.

Το μενού το είδα,

τον τροχονόμο δεν είχα δεί

Με μια πρόχειρη διαίρεση διαπιστώναμε ότι «συνέφερε» περισσότερο να σε γράψουν τρεις φορές για 120 παρά μία για 140. Δεν φανταζόμασταν όμως ότι θα συναντούσαμε και τροχονόμο. Κι όμως, μας περίμενε. Απολογισμός: 128 χλμ./ώρα και πρόστιμο 138 δολαρίων, αφού δεν καταφέραμε να τον μεταπείσουμε ούτε με τις δημοσιογραφικές ταυτότητες ούτε με τα αυτοκόλλητα New York–Alaska.

Αρκετές ώρες αργότερα φτάσαμε στο Toronto και, με τη βοήθεια του μεγάλου χάρτη που είχαμε αγοράσει, κατευθυνθήκαμε προς το κέντρο μέσα σε πραγματικά καταρρακτώδη βροχή. Η ορατότητα ήταν ελάχιστη και οι υαλοκαθαριστήρες δούλευαν στο μέγιστο. Τελικά φτάσαμε στο Park Hyatt Toronto, ένα εξαιρετικό ξενοδοχείο.

Στη συνέχεια οργανώσαμε το πρόγραμμα της επόμενης ημέρας. Θα βλέπαμε τον πύργο της πόλης, τη Greek Town, το Air Canada Centre, το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο της πόλης και φυσικά την υπόγεια πόλη του Toronto, ενώ την επόμενη είχαμε προγραμματίσει επίσκεψη στους Niagara Falls, μια στάση σε factory outlet mall για ψώνια και, αμέσως μετά, στα Paramount Studios, περίπου 30 χιλιόμετρα έξω από το κέντρο.

Πριν πάμε για ύπνο, αποφασίσαμε να κάνουμε μια βόλτα στην πόλη. Πλησιάσαμε τον πύργο, που με ύψος 553 μέτρα ήταν τότε η ψηλότερη ελεύθερη κατασκευή στον κόσμο. Στα 350 μέτρα υπάρχει ένας δακτύλιος με εστιατόριο και καφέ, με γυάλινο πάτωμα για να βλέπεις την πόλη κάτω από τα πόδια σου. «Να πάμε; Να μην πάμε;» Τελικά δεν πήγαμε. Η ιδέα γυάλινου πατώματος στα 350 μέτρα δεν μας ενθουσίασε καθόλου.

Καθώς η κίνηση ήταν έντονη και η βροχή συνεχιζόταν, αποφασίσαμε να επισκεφθούμε την υπόγεια πόλη.

Στην υπόγεια πόλη

Κατεβήκαμε δύο ορόφους κάτω από τον δρόμο και βρεθήκαμε σε μια ολόκληρη πόλη που εκτείνεται για χιλιόμετρα, γεμάτη καταστήματα και εστιατόρια. Υπήρχαν από μαγαζιά με γύρο και σουβλάκια μέχρι ιταλικά και κινέζικα εστιατόρια. Αγοράσαμε και ένα ξυπνητήρι και, καθώς αναρωτιόμασταν μεγαλόφωνα πώς λειτουργεί, η πωλήτρια μάς απάντησε στα ελληνικά. Καθόλου περίεργο, όπως μας εξήγησε αργότερα ένας Έλληνας στο πάρκινγκ: περισσότεροι από 200.000 Έλληνες ζουν στο Toronto.

Έτσι αποφασίσαμε πως το επόμενο πρωί θα ξεκινούσαμε τη μέρα μας από τη Greek Town.

12 ΜΑΪΟΥ Niagara Falls

Νωρίς το πρωί πήγαμε για πρωινό στη Greek Town.

Ήπιαμε καφέ σε έναν γωνιακό φούρνο, στην Greek town

Πήραμε τη Danforth Street, τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στην περιοχή. Ήπιαμε καφέ σε έναν γωνιακό φούρνο, επισκεφθήκαμε ελληνικό μίνι μάρκετ, αγοράσαμε ελληνική εφημερίδα και συναντήσαμε ακόμη και τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, απέναντι το ένα από το άλλο.

Ψησταριά Ομόνοια, Πασόκ Τορόντο και η “Μακεδονία είναι ελληνική”

Επιβεβαιώσαμε έτσι ότι εδώ πράγματι νιώθεις σαν στην Ελλάδα.

Στην Greek Town τα ονόματα των δρόμων είναι γραμμένα και στα ελληνικά. Τα γνωστά ελληνικά εστιατόρια συγκεντρώνουν καλοφαγάδες από όλο το Toronto, ενώ τα κέντρα διασκέδασης προσφέρουν μια ξεχωριστή εμπειρία στους επισκέπτες.

Night life στο Τορόντο

Η Greek Town, μαζί με τη Little Italy και την Chinatown, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της πόλης.

Λίγο αργότερα ξεκινήσαμε για τους καταρράκτες του Niagara.

Niagara Falls

Δημιουργήθηκαν πριν από περίπου 12.000 χρόνια και δέχονται περίπου 12 εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως. Το όνομα Niagara σημαίνει «κεραυνός του νερού». Διανύσαμε με ανυπομονησία τα περίπου 150 χιλιόμετρα, απολαμβάνοντας για πρώτη φορά καλό καιρό και λιακάδα.

Βγάλαμε φωτογραφίες στους καταρράκτες και κάναμε και την κλασική διαδρομή μέσα από το τούνελ που οδηγεί σε εξέδρα πολύ κοντά στο νερό.

Κάτω απο τους καταρράκτες του Νιαγάρα

Το θέαμα είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Φορέσαμε φυσικά τα απαραίτητα αδιάβροχα, γιατί το νερό πέφτει παντού.

Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε και το κανάλι Welland, μήκους 42 χιλιομέτρων, που ενώνει τις λίμνες Ontario και Erie, επιτρέποντας τη διέλευση πλοίων. Λειτουργεί με διαδοχικές δεξαμενές, όπως στη Διώρυγα του Παναμά: τα πλοία εισέρχονται σε μία δεξαμενή, η στάθμη του νερού ρυθμίζεται και στη συνέχεια περνούν στην επόμενη, μέχρι να καλυφθεί η υψομετρική διαφορά.

Πήγαμε στα paramount Studios που το έχουν οργανώσει σαν λούνα-παρκ

Βρήκε πολυβόλο και οργίασε

Αχαστος ο Τόκλης στο μπάσκετ. Βολή και αρκουδάκι, πήγαινε

Του ‘δωσα και κατάλαβε, αλλά δεν πολυσυγκινήθηκε ο μετρητής δύναμης

Kissing a smoker is like licking an astray

Επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο και ετοιμαστήκαμε για την επόμενη μέρα, που θα ταξιδεύαμε στο Detroit.

Το Detroit είναι καθαρά βιομηχανική πόλη. Μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού είναι αφροαμερικανικό. Εκεί βρίσκονται τα περίφημα στούντιο της Motown αλλά και οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες Ford, Chrysler και General Motors. Διαθέτει επίσης Greek Town, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της πόλης.

13 ΜΑΪΟΥ-Toronto-Detroit

Διανύσαμε τα 470 χιλιόμετρα από το Toronto έως το Detroit. Περάσαμε τη γέφυρα πάνω από τον ποταμό, όπου από τη μία πλευρά βρίσκεται ο Καναδάς και από την άλλη οι Ηνωμένες Πολιτείες, και μπήκαμε στην πόλη. Κατευθυνθήκαμε στο προάστιο Dearborn, όπου βρισκόταν το Hyatt Regency, στο οποίο θα μέναμε δύο βράδια. Είχε σχεδόν νυχτώσει όταν φτάσαμε.

14 ΜΑΪΟΥ Detroit

Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί με επισκέψεις και φωτογραφίσεις στο κέντρο της πόλης, στα στούντιο της Motown.

Τα στούντιο της Motown λειτουργούν σαν μουσείο, τώρα

Η Motown είναι μία από τις πιο διάσημες δισκογραφικές εταιρείες soul μουσικής. Από εκεί ξεκίνησαν καλλιτέχνες όπως η Diana Ross, ο Michael Jackson και ο Stevie Wonder. Η εταιρεία λειτούργησε από το 1959 έως το 1972 και το κτίριο σήμερα έχει ανακαινιστεί και λειτουργεί ως μουσείο.

Στη συνέχεια στη Greek Town και στην ελληνορθόδοξη εκκλησία. Αργά το μεσημέρι φάγαμε στο Hockeytown Café, ακριβώς απέναντι από το γήπεδο των Detroit Tigers.

Το απόγευμα πήγαμε στο Greenfield Village, όπου βρίσκεται και το διάσημο μουσείο της Ford, με εκθέματα από την εξέλιξη της αυτοκινητοβιομηχανίας. Το γενικό συμπέρασμα πάντως ήταν ότι η πόλη δεν μας ενθουσίασε. Πολλά εγκαταλελειμμένα κτίρια προκαλούσαν αίσθημα ανασφάλειας, ενώ η εγκληματικότητα μάς έκανε να μην αισθανόμαστε ιδιαίτερα άνετα.

15 -17 ΜΑΪΟΥ-Chicago

Χρειαστήκαμε 580 χιλιόμετρα για να φτάσουμε στο Chicago των περίπου 12 εκατομμυρίων κατοίκων. Θα μέναμε δύο μέρες, καθώς είχαμε πολλά να δούμε. Το Hyatt Regency O’Hare, κοντά στο αεροδρόμιο, ήταν ένα τεράστιο ξενοδοχείο με 1.050 δωμάτια.

Το απόγευμα πήγαμε στο Chicago Loop, το εμπορικό και επιχειρηματικό κέντρο της πόλης, όπου δεσπόζουν ουρανοξύστες και μερικά από τα ψηλότερα κτίρια του κόσμου. Η ημέρα έκλεισε με δείπνο στα Fridays.

Την επομένη, ξεκινήσαμε τη μέρα με ψώνια σε μεγάλο εμπορικό κέντρο. Στη συνέχεια βρεθήκαμε στο κέντρο, στη λεωφόρο Michigan και στη γραφική Wacker Drive δίπλα στον ποταμό Chicago. Ο περίπατος εκεί προτείνεται από όλους τους ταξιδιωτικούς οδηγούς.

Ξεχωρίσαμε τον πύργο της IBM, το Sears Tower με ύψος περίπου 500 μέτρα και 103 ορόφους — τότε το δεύτερο ψηλότερο κτίριο στον κόσμο — και το John Hancock Center, λίγο χαμηλότερο αλλά εξίσου εντυπωσιακό.

Λένε ότι στο Chicago φυσάει τόσο πολύ τον χειμώνα, ώστε μπροστά στο κτίριο της IBM έχουν βάλει συρματόσχοινα για να κρατιούνται οι περαστικοί και να μην τους παίρνει ο αέρας.

Έπειτα περπατήσαμε στο Magnificent Mile, γεμάτο μεγάλα πολυκαταστήματα.

Η περιήγηση κατέληξε στη Greek Town. Το βράδυ πήγαμε στο Blue Chicago για ζωντανή blues μουσική και περάσαμε μια καταπληκτική βραδιά, με την Chico Banks Blues Band και την εξαιρετική τραγουδίστρια Grana Louise να παίζουν καταπληκτικά Chicago blues.

Grana Louise

Εκεί συναντήσαμε και μια παρέα Ελλήνων γιατρών που βρίσκονταν στην πόλη για συνέδριο.

Στο “Blue Chicago”, με την παρέα των Ελλήνων γιατρών

O Λορέντσο. Εκάνε “πόρτα” στο Blue Chicago και ύστερα χόρευε με τους πελάτες. Φοβερός τύπος

Το επόμενο πρωί επιστρέψαμε στο Chicago Loop για να δούμε το Navy Pier, την τεχνητή προβλήτα στη λίμνη Michigan, με χώρους αναψυχής και παιδικό μουσείο. Ευτυχώς το αυτοκίνητο δεν το είχε πάρει ο γερανός, αν και είχαμε παρκάρει κάπως πρόχειρα· μας είχαν αφήσει μόνο προειδοποιητικό σημείωμα.

Η Λουκία πήγε για ψώνια

Αργότερα άρχισε πάλι να βρέχει και επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο, καθώς την επόμενη ημέρα πετούσαμε για Seattle.

18 ΜΑΪΟΥ-Seattle-Vancouver

Αντί να συνεχίσουμε από το Chicago προς βορρά και να μπούμε στον Καναδά με κατεύθυνση την Alaska, αποφασίσαμε να πετάξουμε στη δυτική ακτή, στο Seattle, και από εκεί να ξεκινήσουμε, ακολουθώντας τη διαδρομή που είχαν ακολουθήσει οι χρυσοθήρες έναν αιώνα νωρίτερα. Κάναμε ενδιάμεση στάση στο Salt Lake City και φτάσαμε στο Seattle, όπου το μεσημέρι βρεθήκαμε στις εγκαταστάσεις της Mercedes. Εκεί μας περίμεναν δύο ολοκαίνουργιες Mercedes M-Class 320.

Στα χνάρια των χρυσοθήρων του 1896-1898. Απο το Seattle στην Dawson City και απο εκεί στον Αρκτικό κύκλο.

Πριν ξεκινήσουμε το ταξίδι μας προς τον Καναδά, επισκεφθήκαμε το μουσείο Klondike Gold Rush, όπου εκτίθενται αντικείμενα των πρωτοπόρων χρυσοθήρων που στα τέλη του 19ου αιώνα έγραψαν τη δική τους ιστορία προσπαθώντας να φτάσουν στον ποταμό Klondike, στο βόρειο τμήμα της περιοχής Yukon, αναζητώντας χρυσό. Εκεί σκοπεύαμε να φτάσουμε κι εμείς, στο Dawson City.

Klondike Gold Rush

Για να φτάσουν οι χρυσοθήρες στον βορρά έπαιρναν καράβι από το Seattle. Για να τους επιτραπεί να αποπλεύσουν, έπρεπε να έχουν μαζί τους ρούχα, εργαλεία και τρόφιμα για έναν ολόκληρο χρόνο. Έτσι το Seattle κέρδισε τεράστια ποσά πουλώντας εφόδια. Ο χρυσός που βρέθηκε από το 1896 έως το 1898 άξιζε περίπου 10 εκατομμύρια δολάρια, ενώ την ίδια περίοδο το Seattle εισέπραξε 25 εκατομμύρια πουλώντας προμήθειες στους χρυσοθήρες.

Αργά το μεσημέρι ξεκινήσαμε για να καλύψουμε τα 200 χιλιόμετρα μέχρι το Vancouver. Η διαφορά ώρας με την Ελλάδα είχε πλέον φτάσει τις δέκα ώρες και τα κινητά μας, από το Chicago και μετά, είχαν πάψει να λειτουργούν. Από εκεί και πέρα θα χρησιμοποιούσαμε μόνο τα δύο δορυφορικά τηλέφωνα, ένα σε κάθε αυτοκίνητο.

Η βροχή άρχισε πάλι να πέφτει. Στα 130 χιλιόμετρα περάσαμε τα σύνορα και μπήκαμε στον Καναδά. Οι τελωνειακοί εντυπωσιάστηκαν βλέποντας τα αυτοκίνητα με τα σήματα «New York – Alaska». Ακόμη και για εκείνους η Alaska φαινόταν πολύ μακρινή.

Ο Τόκλης στο δρόμο για Vancouver

Φτάσαμε στο Vancouver και κατευθυνθήκαμε στο Hyatt, το τελευταίο Hyatt που θα συναντούσαμε στη διαδρομή μας. Από εδώ και πέρα θα βρίσκαμε καταλύματα καθ’ οδόν, αποφασίζοντας καθημερινά πού θα μείνουμε.

Καθίσαμε και οργανώσαμε το πρόγραμμα της επόμενης μέρας, την οποία θα περνούσαμε στο Vancouver. Ο Στέλιος είχε κανονίσει επαφές με την ελληνική ομογένεια, ενώ θέλαμε να επισκεφθούμε το Stanley Park, το φημισμένο Aquarium, την παλιά πόλη και το μοναδικό ρολόι ατμού της πόλης.

To μοναδικό ρολόι που λειτουργεί με …ατμό, στον κόσμο

Στην περιοχή λέγεται ότι έφτασε πρώτος ο Έλληνας Ιωάννης Φωκάς από την Κεφαλονιά το 1592, γνωστός ως Juan de Fuca. Όταν αργότερα ο George Vancouver ανακήρυξε την περιοχή αγγλικό έδαφος, ονόμασε το πέρασμα ανάμεσα στον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες προς τιμήν του Έλληνα εξερευνητή, «Πέρασμα Ιωάννη Φωκά».

Το Vancouver είναι μια εξαιρετικά όμορφη πόλη, με μεγάλη γραφικότητα και το μοναδικό Stanley Park, ένα παρθένο δάσος μέσα σε αστική περιοχή, γεμάτο ποδηλατοδρόμους και χώρους αναψυχής. Η πόλη φιλοξενεί και περίπου 15.000 Έλληνες, σημαντικός αριθμός για μια πόλη περίπου 600.000 κατοίκων.

Η Λουκία τρελλαίνεται για πιστολέρος

Περάσαμε τη μέρα περιδιαβαίνοντας την πόλη και οργανώνοντας τη συνέχεια. Μπαίναμε πλέον δυνατά στο ταξίδι, καθώς την επόμενη μέρα είχαμε 890 χιλιόμετρα οδήγησης. Συνολικά, στις επόμενες 12 μέρες σχεδιάζαμε να καλύψουμε 6.840 χιλιόμετρα με τελικό προορισμό την Alaska.

Οι πληροφορίες μας βασίζονταν σε όσα είχαμε διαβάσει ή δει σε ταινίες και ντοκιμαντέρ. Το σχέδιο προέβλεπε να κινηθούμε προς Banff, να φτάσουμε στο Dawson Creek για να συναντήσουμε τον Alaska Highway, να διασχίσουμε τα 2.500 χιλιόμετρα του ιστορικού δρόμου, να φτάσουμε στο Dawson City, να ανεβούμε μέχρι τον Αρκτικό Κύκλο και στη συνέχεια να περάσουμε στην Alaska από τον βόρειο δρόμο του Καναδά.

Είχαμε διαβάσει οδηγίες για το πώς να αντιδράσουμε αν συναντούσαμε αρκούδα, για τα τεράστια κουνούπια της περιοχής και για τον απρόβλεπτο καιρό. Κάπου διάβασα και κάτι που μου έμεινε: ότι στην Alaska πρέπει να πας σε μεγάλη ηλικία, γιατί ό,τι δεις μετά στη ζωή σου θα σου φαίνεται κατώτερο.

Ανυπομονούσαμε λοιπόν να φτάσουμε.

20 ΜΑΪΟΥ- Vancouver-Banf

Ξεκινήσαμε για τα 890 χιλιόμετρα μέχρι το Banff. Είχα αποφασίσει να κάνουμε σύντομες στάσεις κάθε δύο ώρες, μόνο όσο χρειαζόταν για να παραμένουμε συγκεντρωμένοι στην οδήγηση.

Ξεκινήσαμε νωρίς, με βροχή. Η πρώτη στάση ανεφοδιασμού έγινε στο Hope, όπου πήραμε καφέ για να συνεχίσουμε. Στα πρώτα 200 χιλιόμετρα περνούσαμε επίπεδες δασικές εκτάσεις με πολλά ποτάμια και λίμνες. Σταδιακά όμως το τοπίο έγινε άγριο και επιβλητικό. Οι πεδιάδες έδωσαν τη θέση τους σε χιονισμένες βουνοκορφές και όλα άρχισαν να ασπρίζουν. Η βροχή έγινε χιονόνερο και αργότερα χιόνι, ενώ η θερμοκρασία έπεσε στους 3 βαθμούς.

Φτάσαμε στο Revelstoke, στον Glacier National Park, σε υψόμετρο περίπου 1.200 μέτρων, περιοχή με εκατοντάδες παγετώνες και έντονη χιονόπτωση. Ακολούθησε το πέρασμα Rogers Pass, περιοχή γνωστή για χιονοστιβάδες.

Στο δρόμο για το Banff

Το μεσημέρι περάσαμε στην Alberta και αλλάξαμε ζώνη ώρας, γυρίζοντας τα ρολόγια μία ώρα πίσω. Η διαδρομή ήταν εντυπωσιακή, γεμάτη καταρράκτες και νερά που έτρεχαν από παντού.

Στο Yoho national park

Στον Yoho National Park είδαμε την πρώτη παγωμένη λίμνη και σταματήσαμε στα Spiral Tunnels, το εντυπωσιακό σιδηροδρομικό τούνελ σε σπειροειδή διάταξη.

To Spiral tunnel

Θέλαμε να πάμε και στους Takakkaw Falls, αλλά ο δρόμος ήταν κλειστός λόγω χιονιού.

Στις 5:10το απόγευμα, WOW! H πρώτη μας μαύρη αρκούδα, περίπου 150 μέτρα μακριά. Επικράτησε πανικός χαράς, τρέχαμε όλοι με τις φωτογραφικές μηχανές. Σε λίγα λεπτά χάθηκε πάλι στο δάσος. Λίγο αργότερα είδαμε και το πρώτο μας ελάφι.

Πενήντα χιλιόμετρα πριν το Banff είχαμε μια ατυχία: μια πέτρα έσπασε το τζάμι της πόρτας του οδηγού στο μαύρο Mercedes. Το κρύο ήταν έντονο και πρόχειρα καλύψαμε το άνοιγμα. Φτάσαμε στις 8 το βράδυ στο Banff, αλλά λόγω αργίας δεν υπήρχε τρόπος επισκευής. Έτσι το καλύψαμε με πλαστικό και ταινία — λύση που τελικά κράτησε μέχρι το τέλος του ταξιδιού, αλλά έκανε πολύ θόρυβο. Ο Στέργιος και ο Τόκλης υποφέρανε στο υπόλοιπο ταξίδι.

O Τόκλης με την Λουκία σχεδιάζουν την επόμενη μέρα

Το Banff το λατρεύουν τόσο πολύ οι Ιάπωνες, ώστε ακόμη και οι κατάλογοι των εστιατορίων είναι γραμμένοι και στα ιαπωνικά.

21 ΜΑΪΟΥ-Banf-Dawson Creek

Ξεκινήσαμε στις 6:30 το πρωί για να δούμε το Banff. Περπατήσαμε στους καταρράκτες, είδαμε το διάσημο Banff Springs Hotel και παντού υπήρχαν ελάφια και σκίουροι. Το πλαστικό στο παράθυρο όμως περιόριζε πολύ την ορατότητα και δυσκόλευε την οδήγηση.

Το Johnston Canyon

Πήγαμε στο Johnston Canyon και περπατήσαμε δύο χιλιόμετρα μέχρι τους καταρράκτες. Συνεχίσαμε περνώντας από το Lake Louise και φτάσαμε στον παγετώνα Columbia,σε υψόμετρο 1.500 μέτρων, όπου έπεφτε πυκνό χιόνι. Φωτογραφηθήκαμε μπροστά στα τεράστια οχήματα 6×6 που μεταφέρουν τουρίστες πάνω στον παγετώνα.

Τα τεράστια οχήματα 6×6 που μεταφέρουν τουρίστες πάνω στον παγετώνα

Λίγο αργότερα ένας ακόμα τροχονόμος με σταμάτησε γιατι οδηγούσα λίγο «σβέλτα», αλλά μας άφησε με σύσταση.

 

Η Λουκία προσπαθέι με το δορυφορικό τηλέφωνο. Το πλαστικό στο παράθυρο της M class έχει αντικαταστήσει το σπασμένο τζάμι, απο τον βράχο που έπεσε.

Προσπαθήσαμε να επικοινωνήσουμε με την Ελλάδα μέσω δορυφορικού τηλεφώνου, αλλά τα ψηλά βουνά εμπόδιζαν το σήμα. Είμαστε πλέον τόσο βόρεια, που για να δούμε τους δορυφόρους, που βρίσκονται γύρω από τον ισημερινό, η κεραία μας έπρεπε να βλέπει προς τα …κάτω.

Αφήσαμε την περιοχή του Jasper και φτάσαμε στο Hinton, έχοντας διανύσει 400 χιλιόμετρα, ενώ μας απέμεναν άλλα 460 μέχρι το Dawson Creek. Τα πυκνά δάση έδιναν πλέον τη θέση τους σε ανοιχτές ορεινές εκτάσεις. Κοντά στο Grande Prairie είδαμε έναν λύκο στον δρόμο, αλλά δεν προλάβαμε να τον φωτογραφίσουμε.

Το πλαστικό στο παράθυρο έκανε τρομερό θόρυβο και οι επιβάτες επικοινωνούσαν σχεδόν με νοήματα. Φτάσαμε τελικά στις 9 το βράδυ στο Dawson Creek, το «Μίλι Μηδέν» του Alaska Highway, και μείναμε στο ξενοδοχείο που βρισκόταν ακριβώς στην αρχή του ιστορικού δρόμου, έχοντας διανύσει 864 χιλιόμετρα.

22 ΜΑΪΟΥ-Dawson Creek-Muncho lake

Ξεκινήσαμε τη διαδρομή μας στον Alaska Highway. Πολλοί Αμερικανοί έχουν όνειρο ζωής να οδηγήσουν κάποτε σε αυτόν τον ιστορικό δρόμο. Ο δρόμος έχει μήκος 2.394 χιλιόμετρα, είναι γεμάτος θρύλους, σπάνιες φυσικές ομορφιές και άφθονη άγρια ζωή, και αποτελεί τη μοναδική οδική αρτηρία που συνδέει τον Καναδά με την Alaska.

Ο Alaska Highway κατασκευάστηκε μετά την επίθεση των Ιαπώνων στο Pearl Harbor, το 1941, καθώς οι Αμερικανοί αξιωματικοί χρειάζονταν έναν δρόμο ανεφοδιασμού της Alaska, εκτός εμβέλειας ιαπωνικών βομβαρδιστικών. Μέχρι τότε η Alaska εφοδιαζόταν μόνο διά θαλάσσης. Ο δρόμος διαθέτει 130 γέφυρες και ολοκληρώθηκε σε μόλις οκτώ μήνες και δώδεκα ημέρες. Δούλεψαν περίπου 20.000 στρατιώτες, το κόστος έφτασε τα 140 εκατομμύρια δολάρια και θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα τεχνικά επιτεύγματα του 20ού αιώνα.

Ξεκινήσαμε στις 7 το πρωί με πρώτο στόχο να φωτογραφηθούμε στο περίφημο Mile “0”.

Mile “0” Alaska Highway

Μπερδευτήκαμε όμως, γιατί υπάρχουν δύο σημεία που διεκδικούν τον τίτλο. Το ένα βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και συγκεντρώνει τους περισσότερους τουρίστες. Περίπου 500 μέτρα πιο πέρα, όμως, βρίσκεται το σημείο όπου έγινε η επίσημη θεμελίωση του δρόμου πριν ξεκινήσει η κατασκευή του. Φωτογραφηθήκαμε και στα δύο.

Είδαμε επίσης το ιστορικό Alaska Hotel, που λειτουργεί από το 1950,

Alaska Hotel. Λειτουργεί απο το 1950.

και απέναντι μια πιτσαρία της αλυσίδας Panagopoulos, κάτι που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση τόσο μακριά από την Ελλάδα.

Αλυσσίδα πιτσαρίες “Panagopoulos”. Η Ελλάδα είναι παντού.

Συνοδοιπόρος μας στο ταξίδι ήταν ο περίφημος οδηγός Milepost, ένα βιβλίο περίπου 600 σελίδων που εκδίδεται κάθε χρόνο από το 1949 και περιγράφει χιλιόμετρο προς χιλιόμετρο ό,τι μπορεί να συναντήσει κανείς στη διαδρομή. Για παράδειγμα, σε ποιο σημείο υπάρχει πρατήριο καυσίμων με εξαιρετικές πίτες βατόμουρου ή ποια γέφυρα αξίζει να φωτογραφηθεί από συγκεκριμένη γωνία ή φτάνεις στο ιστορικό Mile 73, βλέπεις μια τεράστια ευθεία και αναρωτιέσαι γιατί υπάρχει· διαβάζεις τότε ότι είχε κατασκευαστεί για προσγείωση στρατιωτικών αεροσκαφών σε περίπτωση ανάγκης. Έτσι εξηγείται κάθε λεπτομέρεια του δρόμου. Ένας πραγματικός θησαυρός πληροφοριών για τον ταξιδιώτη. Το ερωτεύτηκα το Milepost.

Μπαίνοντας στον Alaska Highway αρχίσαμε αμέσως να βλέπουμε άγρια ζώα. Εντυπωσιακές ήταν οι moose — οι άλκες — με τα αρσενικά να φτάνουν σε ύψος τα δύο μέτρα και να θεωρούνται ιδιαίτερα επικίνδυνα αν ενοχληθούν. Τα βιβλία μάλιστα αναφέρουν ότι, μετά τον ιπποπόταμο, θεωρούνται από τα πιο επιθετικά ζώα.

Λίγα μέτρα μετά είδαμε καριμπού στο δρόμο

Στη συνέχεια είδαμε καριμπού και το μεσημέρι φτάσαμε στο Fort Nelson, τη μεγαλύτερη πόλη της περιοχής, που στην πράξη αποδείχθηκε ένας σταθμός με βενζινάδικα και λίγα μοτέλ για τους ταξιδιώτες.

Συνεχίζαμε προς το βορειότερο τμήμα της British Columbia, με στόχο να φτάσουμε στο Muncho Lake για διανυκτέρευση. Στον δρόμο συναντήσαμε τον παγωμένο ποταμό Testa, όπου το πάχος του πάγου έφτανε περίπου το ένα μέτρο — ενδεικτικό του σκληρού χειμώνα που είχε προηγηθεί. Είδαμε επίσης αγριοκάτσικα και φτάσαμε τελικά στις 7 το απόγευμα στο Muncho Lake, και η λίμνη ήταν και αυτή παγωμένη ακόμα. Φοβερό συναίσθημα.

Μείναμε στο πανέμορφο ξύλινο lodge δίπλα στη λίμνη.

Αγκαλιά με το Milepost κοιμήθηκα. Ζούσα βήμα-βήμα το ταξίδι, πρίν το κάνω

23 ΜΑΪΟΥ-Muncho lake-Whitehorse

Το πρωινό στο lodge

Northern Rockies Lodge

είχε τεράστια λουκάνικα, καθώς η ιδιοκτήτρια ήταν Γερμανίδα και είχε δημιουργήσει μια έντονη βαυαρική ατμόσφαιρα στο εστιατόριο. Το πιο εντυπωσιακό όμως ήταν η πρωινή βόλτα στην παγωμένη λίμνη.

Συγκλονιστικό θέαμα η παγωμένη λίμνη, ανάμεσα στις χιονισμένες βουνοκορφές γύρω-γυρω.

Ο Τόκλης μάζευε κομματάκια πάγου, πάνω από την επιφάνεια της. Όταν συνειδοτοποίησα ότι ηταν η πρωινή πάχνη, που είχε παγώσει και αυτή, έπαθα πλάκα.

Ξεκινήσαμε με κατεύθυνση το Whitehorse, έχοντας να καλύψουμε 730 χιλιόμετρα. Μετά από 124 χιλιόμετρα η άσφαλτος τελείωσε και μπήκαμε σε χωμάτινο δρόμο. Στις 11:30 το πρωί συναντήσαμε, μόλις πέντε μέτρα από το αυτοκίνητο, μια μαύρη αρκούδα.

Για την αρκούδα οτιδήποτε κινείται μπορεί να θεωρηθεί τροφή.

Ανοίξαμε τις ηλιοροφές των Mercedes και αρχίσαμε να φωτογραφίζουμε. Μιλάγαμε ψιθυριστά, προσέχοντας να μην την ενοχλήσουμε και φύγει. Ούτε λόγος φυσικά να κατεβούμε — θυμόμασταν καλά ότι για την αρκούδα οτιδήποτε κινείται μπορεί να θεωρηθεί τροφή.

Συνεχίσαμε μέχρι το Watson Lake για ένα πρόχειρο γεύμα. Επισκεφθήκαμε το πλανητάριο για ενημέρωση σχετικά με το Βόρειο Σέλας και φωτογραφηθήκαμε στο περίφημο πάρκο με τις πινακίδες, όπου υπάρχουν περίπου 42.000 πινακίδες από όλο τον κόσμο.

Γυρίσαμε εδώ, 9 χρόνια αργότερα και βιδώσαμε την δική μας πινακίδα

Το έθιμο ξεκίνησε το 1942 από έναν Αμερικανό στρατιώτη και συνεχίζεται μέχρι σήμερα από ταξιδιώτες που αφήνουν τη δική τους πινακίδα. Ξέραμε ότι υπήρχε και μια ελληνική, αλλά δεν καταφέραμε να τη βρούμε.

Στις 4 το απόγευμα άρχισε ξανά να χιονίζει στο Teslin, όπου ανεφοδιαστήκαμε με καύσιμα και καφέ και επισκεφθήκαμε ένα μικρό μουσείο φυσικής ιστορίας. Εκεί εντυπωσιαστήκαμε από την αναπαράσταση μιας τεράστιας αρσενικής moose που αμυνόταν απέναντι σε τέσσερις λύκους.

Συνεχίσαμε ανάμεσα σε παγωμένες λίμνες και ποτάμια και τέσσερις ώρες αργότερα φτάσαμε στο Whitehorse, πρωτεύουσα του Yukon, μπροστά στο θρυλικό ποταμόπλοιο SS Klondike, που παλαιότερα μετέφερε χρυσοθήρες από το Whitehorse στο Dawson City και σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.

Είχε και καμπάνα το ποταμόπλοιο Klondike

Το ποταμόπλοιο «Klondike», έκαιγε ξύλα. Χρησιμοποιούσαν κορμούς μήκους περίπου 1,5 μέτρου και πάχους 30 εκατοστών, και χρειαζόταν ένας κορμός κάθε …30 δευτερόλεπτα. Ουσιαστικά έκαιγε ένα δάσος την ημέρα. Στο Yukon όμως τα δάση είναι απεριόριστα.

Πασίγνωστα είναι και τα κουνούπια της Alaska. «Το ανεπίσημο εθνικό πουλί της Alaska», λένε χαριτολογώντας οι ταξιδιωτικοί οδηγοί. Πρόκειται για τεράστια έντομα που επιτίθενται όπου βρουν κυρίως Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο. Τα άγρια ζώα συχνά πέφτουν στα ποτάμια και στις λίμνες για να γλιτώσουν από τα τσιμπήματα. Ετσι στο gift shop που είχε δίπλα στο ποταμόπλοιο, είχε και 2 χιουμοριστικά αναμνηστικά για τα κουνούπια.

Παγίδα γαι να πιάνεις τα κουνούπια …ζωντανά, για να φτιάξεις με την γούνα τους, το δικό σου γούνινο παλτό.

Σουγιάς για να γδάρεις το κουνούπι για να κάνεις με το δέρμα του …παλτό. Και να το κόψεις φέτες για να έχεις να τρώς μια βδομάδα.

Οι ντόπιοι συνεχίζουν να κάνουν αστεία για τα τεράστια κουνούπια, λέγοντας πως μπορείς να τα γδάρεις για να φτιάξεις παλτό ή να τα κόψεις φέτες και να τρως μια εβδομάδα.

Είχε μια ιδιαίτερη γοητεία το γεγονός ότι, μετά τα μεσάνυχτα, φωτογραφίζαμε στο κέντρο της σχεδόν έρημης πόλης κάτω από τον ήλιο του μεσονυχτίου.

Μέχρι το 1880 η περιοχή κατοικούνταν μόνο από αυτόχθονες πληθυσμούς. Όμως το 1896, με την ανακάλυψη χρυσού στον ποταμό Klondike, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κατέφτασαν από όλη την Αμερική αναζητώντας τύχη, αλλάζοντας για πάντα τη μοίρα αυτής της απομακρυσμένης περιοχής.

24 ΜΑΪΟΥ-Whitehorse-Dempster Highway-Arctic Circle

Ξεκινήσαμε από το Whitehorse με στόχο να φτάσουμε στον Αρκτικό Κύκλο, διασχίζοντας τον Dempster Highway. Είχαμε μπροστά μας 1.024 χιλιόμετρα για να το καταφέρουμε.

Αφήσαμε το Whitehorse και οδηγήσαμε στον Klondike Highway, παράλληλα με τον ποταμό Yukon, πάνω στη διαδρομή απ’ όπου στο παρελθόν πέρασαν πάνω από εκατό χιλιάδες χρυσοθήρες αναζητώντας την τύχη τους. Κάποια στιγμή σταματήσαμε στα Five Finger Rapids, στα «5 δάχτυλα» δηλαδή, ένα στενό πέρασμα του ποταμού Yukon, όπου παλαιότερα υπήρχαν πέντε θεόρατοι βράχοι που έκαναν επικίνδυνη τη διέλευση των ποταμόπλοιων προς το Dawson City. Το 1900 ανατίναξαν τους τρεις από τους πέντε, ώστε το πέρασμα να γίνει ασφαλέστερο για τα ποταμόπλοια και τους χρυσοθήρες.

Τα “5 δάχτυλα” που γίνανε “2 δάχτυλα” το 1900

Ήταν περασμένες δύο όταν φτάσαμε στο Silver Trail, μια απομονωμένη περιοχή με ορυχεία ασημιού και έναν δρόμο που δεν χρησιμοποιείται πια από τους ταξιδιώτες — μόνο από τους ντόπιους. Εμείς συνεχίσαμε προς το Moose Creek και λίγο αργότερα σταθήκαμε για ακόμη μία φορά ιδιαίτερα τυχεροί: δίπλα στον δρόμο συναντήσαμε την πρώτη μας grizzly bear, μία από τις πιο άγριες αρκούδες της περιοχής. Τη φωτογραφίσαμε κι αυτή από τις ηλιοροφές των αυτοκινήτων.

Στις 4 το απόγευμα είχαμε ήδη διανύσει περίπου 600 χιλιόμετρα και φτάσαμε στην αρχή του περίφημου Dempster Highway. Ανεφοδιαστήκαμε με καύσιμα, νερό και σάντουιτς και ξεκινήσαμε την πορεία μας προς τον Αρκτικό Κύκλο.

Ο δρόμος κατασκευάστηκε το 1979 και είναι ο μοναδικός οδικός άξονας που διασταυρώνεται με τον Αρκτικό Κύκλο και συνεχίζει, θεωρητικά, μέχρι τον Αρκτικό Ωκεανό. Συνδέει το Dawson City με το Fort McPherson και το Inuvik, με προορισμό ακόμη πιο βόρεια. Στο χιλιόμετρο 370 υπάρχει το μοναδικό σημείο ουσιαστικού ανεφοδιασμού, ένα μικρό ξενοδοχείο που λέγεται Eagle Plains.

Πιο πέρα, ο δρόμος συνεχίζει προς το Fort McPherson, αλλά διακόπτεται από τον ποταμό Mackenzie, έναν από τους μεγαλύτερους ποταμούς του Καναδά. Το καλοκαίρι περνάς με ferry, τον χειμώνα πάνω στον πάγο. Τον Μάιο όμως, όταν πήγαμε εμείς, οι πάγοι είχαν αρχίσει να λιώνουν και δεν μπορούσαν να κρατήσουν το βάρος των αυτοκινήτων. Αυτό ήταν λοιπόν το απόλυτο όριο στο οποίο μπορούσαμε να φτάσουμε.

Δεν μπορεί να κατασκευαστεί εύκολα γέφυρα, λόγω του φαινομένου permafrost. Τον χειμώνα το έδαφος παγώνει, το καλοκαίρι ξεπαγώνει και μετακινείται — και μαζί του μετακινείται ό,τι έχει θεμελιωθεί πάνω του: σπίτια, δρόμοι, ακόμη και τεχνικά έργα. Για τον ίδιο λόγο ο Dempster Highway δεν είναι ασφαλτοστρωμένος σε μεγάλο μέρος του και αποφεύγονται οι μόνιμες κατασκευές.

Αυτό το φαινόμενο εξηγεί και τον τρόπο που είναι χτισμένα πολλά σπίτια στο Dawson City: δεν έχουν κλασικά θεμέλια. Στρώνουν το έδαφος με χαλίκι, τοποθετούν πάνω ξύλινες δοκούς/τάβλες και επάνω σε αυτές «πατά» το σπίτι, ακόμη κι αν είναι διώροφο. Έτσι, όταν το έδαφος παγώνει και ξεπαγώνει και οι τάβλες μετακινούνται, το κτίσμα από πάνω δεν «σπάει» ούτε χάνει τη σταθερότητά του.

Η διαδρομή στον Dempster Highway θα μου μείνει αξέχαστη. Ήταν από τα ωραιότερα πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου. Ο χωματόδρομος ήταν βατός και γρήγορα βρεθήκαμε σε παγωμένη περιοχή, με απότομες, χιονισμένες κορυφές γύρω μας. Όλα έμοιαζαν παραμυθένια.

Ανατριχιάζω ολόκληρος, κάθε φορά που βλέπω αυτη την φωτογραφία, καθώς με πλημμυρίζουν πάλι οι αναμνήσεις απο τον δρόμο αυτόν.

Δεν προλαβαίναμε να κοιτάμε αριστερά και δεξιά — και ταυτόχρονα έπρεπε κάποιος να έχει συνεχώς τον νου του στον δρόμο.

Ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μας μια αρκτική αλεπού. Λίγο αργότερα, ένα σωρό παράξενα πουλιά ξεπρόβαλαν στον δρόμο. Αργότερα έμαθα ότι λέγονται ptarmigan, άγνωστα πουλιά για την Ευρώπη, που θεωρούν την περιοχή δική τους και έκαναν κραυγές «διαμαρτυρίας» καθώς πλησιάζαμε.

Ήταν 8 το βράδυ και είχαμε καλύψει 170 χιλιόμετρα στον Dempster Highway όταν διαπιστώσαμε ότι είχε σκάσει το πίσω δεξί λάστιχο στο ένα από τα δύο αυτοκίνητα.

Την αλλαγή ανέλαβαν ο Στέργιος με τη Λουκία, μέσα στο παγωμένο τοπίο.

Αστειευτήκαμε ότι πρέπει να ήταν το βορειότερο «πλατάρισμα» που έχει ζήσει ποτέ Ελληνας ταξιδιώτης και πρέπει να καταγραφεί στο βιβλίο Γκίνες. Καμμία σχέση βέβαια. Η περιοχή έχει ενα σωρό Ελληνες, που ζούν μόνιμα εδώ.

Όσο γινόταν η αντικατάσταση, εγώ και ο Τόκλης λουφάραμε, λέγοντας, ότι έχουμε τον νου μας τριγύρω μήπως εμφανιστεί κάποια αρκούδα. Ο κίνδυνος ήταν πραγματικός, αλλά είχαμε πλέον εξοικιωθεί. Δεν ήταν κάτι που πραγματικά προσέχαμε.

Φτάσαμε στο Eagle Plains όταν τα ρολόγια μας έδειχναν 11:30 το βράδυ — και όμως ο ήλιος ήταν ακόμη ψηλά. Αφήσαμε τις αποσκευές μας και, πριν τα μεσάνυχτα, ξαναμπήκαμε στα αυτοκίνητα για να καλύψουμε τα 36 χιλιόμετρα που μας χώριζαν από τον Αρκτικό Κύκλο.

Βόρειος Αρκτικός Κύκλος

Στον Βόρειο Αρκτικό Κύκλο, στις 21 Ιουνίου ο ήλιος δεν δύει ούτε για ένα λεπτό, ενώ αντίστοιχα στις 21 Δεκεμβρίου δεν εμφανίζεται καθόλου. Εμείς βρισκόμασταν εκεί στις 25 Μαΐου, άρα περιμέναμε ότι ο ήλιος θα χανόταν για λίγα μόνο λεπτά κάτω από τον ορίζοντα.

Η θερμοκρασία ήταν στους –2°C και ο αέρας έκοβε την ανάσα. Παρ’ όλα αυτά, έζησα μία από τις ωραιότερες «φάσεις» της ζωής μου.

Φτάσαμε στον Αρκτικό Κύκλο εφοδιασμένοι με μπύρες και με την ελπίδα ότι θα καταφέρναμε να ανάψουμε φωτιά. Λίγο πριν φτάσουμε, όμως, μας έπιασε κι άλλο λάστιχο. Τοποθετήσαμε λοιπόν και τη δεύτερη ρεζέρβα. Πλέον κανένα από τα δύο αυτοκίνητα δεν είχε εφεδρικό τροχό· αν παθαίναμε ξανά ζημιά, θα έπρεπε να εγκαταλείψουμε το ένα.

Φτάσαμε περίπου στις 12:30 τη νύχτα. Βρισκόμασταν ήδη 18 ώρες στο πόδι και είχαμε καλύψει 1.024 χιλιόμετρα. Ημαστε όμως στον Αρκτικό. Μεθυστικό το συναίσθημα.

Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από κάθε ίχνος πολιτισμού, στη μέση του πουθενά, στον Αρκτικό Κύκλο, γελάγαμε χωρίς λόγο, σαν χαζοί.

Ακριβώς απέναντι ήταν και το …βαρέλι για φωτιά. Που να βρείς ξύλα όμως?

Η Λουκία το έχει δαγκώσει, απο το κρύο. Η φωτιά δεν έχει ανάψει ακόμα.

Εδώ βρισκόμασταν στην περιοχή της τούνδρας, εκεί όπου δεν υπάρχουν δέντρα και η βλάστηση περιορίζεται σε χαμηλά χορταράκια.

Τότε έλαμψε το «αστέρι» του Τόκλη: “Αυτόν εκεί τον πάγκο, στην άκρη του δρόμου, με το σπασμένο πόδι, μου φαίνεται ότι δεν τον χρειάζονται πλέον». Μια σύντομη ματιά έδειξε ότι πράγματι του έλειπε ήδη ένα πόδι. Ηταν και σπασμένος. Εκανε και κρύο. Αρα …δεν τον χρειάζονται πλέον.

Τότε έλαμψε το «αστέρι» του Τόκλη

Το δύσκολο όμως ήταν να ανάψεις φωτιά, καθώς όλα ήταν νωπά από τον παγωμένο αέρα. Ο Τόκλης σ’αυτή τη φάση αποδείχτηκε ταλέντο. Χρησιμοποίησε κόλπα που πρέπει να γραφτούν στα βιβλία επιβίωσης των προσκόπων και κατάφερε να ανάψει φωτιά.

…και κατάφερε να ανάψει φωτιά.

Μείναμε εκεί πάνω από τρεις ώρες, δίπλα στη φωτιά, πίνοντας μπύρες και απολαμβάνοντας τη στιγμή.

Την φωτογραφία την έχει τραβήξει η Λουκία, καθώς δεν υπήρχε άλλος για να μας φωτογραφήσει. Η Τζούλια πρόσθεσε αργότερα την Λουκία, στην φωτογραφία αυτή, που έγινε κάτι σαν την φωτογραφία της ζωής μου!

Είναι αδύνατο να περιγράψω το πόσο high αισθανόμουν. Δεν ήξερα τι να κάνω για να το εκφράσω.

Κάθε μισή ώρα, έβγαζα μια φωτογραφία στο ίδιο σημείο, που έλεγε τι ώρα είναι (μου φαινόταν απίστευτο, που ήταν μετά τα μεσάνυχτα και είχε φώς ακόμα) και την θερμοκρασία που ήταν στο μηδέν.

1:15 μετά τα μεσάνυχτα. Με -2° C

Στις 2:00 το πρωί αποφάσισα να προσπαθήσω να μιλήσω τηλεφωνικά με την μητέρα μου για να μοιραστώ μαζί της την φάση που ζούσαμε. Η Λουκία χρειάστηκε να στρίψει πάλι το καπάκι του δορυφορικού τηλεφώνου προς τα κάτω, καθώς έψαχνε για δορυφόρο, για να συνδεθούμε.

Μεγάλο σαν laptop ήτανε, το δορυφορικό τηλέφωνο. Η Λουκία χρειάστηκε να στρίψει πάλι το καπάκι του προς τα κάτω, καθώς έψαχνε για δορυφόρο, για να συνδεθούμε.

Και έγινε. Συνδεθήκαμε.

Το δορυφορικό τηλέφωνο έγραψε επάνω …Ινδονησία. Είχαμε συνδεθεί μέσω Ινδονησίας. Και κατάφερα να μιλήσω με την μητέρα μου και να μοιραστώ μαζί της, αυτό που ζούσα. Στην Ελλάδα ήταν μεσημέρι, δέκα ώρες διαφορά.

Θεέ μου τι φάσεις ζούσαμε.

Δυστυχώς η επικοινωνία κράτησε λίγο, καθώς το κρύο «γονάτισε» γρήγορα τις μπαταρίες του τηλεφώνου — κάτι που δεν είχα προβλέψει.

Στις 4 το πρωί πήραμε τον δρόμο της επιστροφής προς το Eagle Plains, ενώ ο ήλιος άρχιζε ήδη να ανεβαίνει πάλι. Ήμουν πραγματικά σε ευφορία· είχα ζήσει μία από τις πιο δυνατές στιγμές της ζωής μου.

Φτάνοντας στο ξενοδοχείο, ο Τόκλης είχε μια… απρόσμενη εμπειρία, καθώς το δωμάτιο στο οποίο μπήκε ήταν ήδη κατειλημμένο και οι ένοικοι έπαθαν σοκ βλέποντάς τον να ανοίγει την πόρτα στις 5 το πρωί.

Οι πληροφορίες ότι τους έπιασε να κάνουν ..σέξ, ελέγχονται ακόμα.

Η Λουκία, πάντως, κοιμήθηκε με τα ρούχα, αφού τα σεντόνια δεν της ενέπνευσαν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη.

25 ΜΑΪΟΥ-Dempster-Dawson city

Στις 8 το πρωί ήμασταν πάλι όρθιοι, έχοντας κοιμηθεί ουσιαστικά μόλις δύο ώρες. Έπρεπε να επισκευάσουμε τα λάστιχα πριν συνεχίσουμε. Φάγαμε ένα πλούσιο πρωινό και ο μοναδικός υπάλληλος του συγκροτήματος —που ήταν ταυτόχρονα υπεύθυνος ξενοδοχείου, βενζινάδικου και βουλκανιζατέρ— μπόρεσε επιτέλους να ασχοληθεί με τα ελαστικά μας. Τα δύο σκασμένα λάστιχα επισκευάστηκαν και στις 11 ξεκινήσαμε για τη Dawson City.

Είχαμε μπροστά μας ξανά τον Dempster Highway και περίπου 400 χιλιόμετρα μέχρι την ιστορική πόλη των χρυσοθήρων, διαδρομή που μας πήρε έξι ώρες.

Ενα σημείο με θέα και περίεργο 4σύλλαβο όνομα

Γουστάρω. Τρελλαίνομαι!

Το Dawson City κουβαλά μια εντυπωσιακή ιστορία: εδώ συγκεντρώθηκαν, στα τέλη του 19ου αιώνα, περίπου 100.000 χρυσοθήρες αναζητώντας χρυσό στον ποταμό Klondike. Τα κτίρια της πόλης έχουν ιδιαίτερη μορφή, καθώς δεν μπορούν να θεμελιωθούν κανονικά λόγω του permafrost.

Στέκεται ακόμα όρθια η εκκλησία του 1901

Χτίζονται πάνω σε στρώσεις χαλικιού και ξύλινες βάσεις που μετακινούνται χωρίς να καταστρέφουν τα κτίσματα, δίνοντας στην πόλη μοναδικό χαρακτήρα.

Παρόλα αυτά, μετά την εμπειρία του Αρκτικού Κύκλου, ήταν δύσκολο να εντυπωσιαστώ από οτιδήποτε. Ήμουν ακόμη γεμάτος από εκείνη την ένταση.

Μόνο εδώ διέπρεψα στα χαρτιά. Μέσα στο καζίνο, μου “τα πήρανε”.

Πήγαμε όμως στο ιστορικό καζίνο της πόλης, όπου λειτουργούν κανονικά τραπέζια πόκερ και στη σκηνή, κορίτσια χορεύουν καν-καν, μεταφέροντάς σε μια άλλη εποχή, τότε που στο Dawson City κυριαρχούσε ο νόμος των όπλων. Το καζίνο λειτουργεί αδιάκοπα από τις αρχές του 20ού αιώνα και έχει δει τα πάντα.

Στης “Μαrina’s” είχε και κορίτσια καν-κάν. Ελληνόφερνε αυτο το “Marina’s” αλλά δεν το επιβεβαιώσαμε

Στις όχθες του ποταμού υπήρχαν σωροί από άμμο και πέτρες, κατάλοιπα εξόρυξης χρυσού από τον βυθό. Η περιοχή είναι χωρισμένη σε claims, τα οποία φυλάσσονται και απαγορεύεται να τα πλησιάζει κανείς, καθώς η αναζήτηση χρυσού συνεχίζεται ακόμη. Υπάρχουν όμως και οργανωμένοι χώροι όπου πληρώνεις εισιτήριο, σου δίνουν κασμά και φτυάρι και μπορείς να ψάξεις μόνος σου για χρυσό — κι αν βρεις, τον κρατάς.

Είδαμε επίσης το παλιό ποταμόπλοιο Yukon, που μετέφερε παλαιότερα χρυσοθήρες και σήμερα αναπαλαιώνεται για να λειτουργήσει ως μουσείο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το σύστημα ύδρευσης της πόλης. Τον χειμώνα η θερμοκρασία πέφτει μέχρι και –45°C, οπότε το νερό αποθηκεύεται σε μεγάλες δεξαμενές που το διατηρούν συνέχεια στους 5°C, ενώ το δίκτυο είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε το νερό να κυκλοφορεί συνεχώς, χωρίς να λιμνάζει, ώστε να μην παγώνει.

Αστεία εντύπωση μας έκανε ότι σε ένα τοπικό εστιατόριο βρήκαμε στο μενού σπανακόπιτα, γύρο, τζατζίκι και ελιές Καλαμάτας, χωρίς να είναι ελληνικό εστιατόριο. Κανείς δεν μπόρεσε να μας εξηγήσει πώς βρέθηκαν ελληνικά φαγητά σε εκείνον τον κατάλογο.

Τι άλλο θεέ μου θα δούμε σε αυτό τα ταξίδι?

26 ΜΑΪΟΥ-Dawson-Anchorage – Η Αλάσκα εκδικείται!

Σήμερα θα πηγαίναμε στον Top of the World. Τον ονομάζουν έτσι, καθώς είναι ο βορειότερος δρόμος που συνδέει την Alaska με το Yukon. Παραμένει κλειστός όλο τον χειμώνα, ανοίγει μετά τις 20 Μαΐου και ξανακλείνει στις 15 Σεπτεμβρίου, λόγω χιονιού. Ρίχνει μέτρα χιόνι εδώ κάθε χρόνο. Σκοπεύαμε να τον οδηγήσουμε ολόκληρο και να τα δούμε όλα.

Ήταν Παρασκευή, 7 η ώρα το πρωί, όταν ξεκινήσαμε από το Dawson City με προορισμό την Alaska.

Το πέρασμα του ποταμού, απο την Dawson City προς τον Top of the World

Το προηγούμενο βράδυ, επηρεασμένοι ακόμη από τη μαγεία του Dempster και την εμπειρία του Αρκτικού, λέγαμε ότι δεν έχει μείνει τίποτα άλλο να δούμε στην Alaska. Αισθανόμασταν ότι είχαμε δει τα πάντα: φύση, ζώα, παγωμένα βουνά και ποτάμια. Τι άλλο να δούμε στην Alaska; Και επειδή, βέβαια, αυτό ήταν ύβρις, η Alaska ετοίμαζε προσεκτικά την εκδίκησή της.

Ξεκινήσαμε λοιπόν να διασχίσουμε τον Top of the World. Την προηγούμενη μέρα είχαμε περάσει από το κέντρο πληροφοριών και μας είχαν διαβεβαιώσει ότι ο δρόμος ήταν ανοιχτός και καθαρός, ώστε να μπορέσουμε να περάσουμε. Έτσι, στις 7 το πρωί μπήκαμε στο ferry που διασχίζει τον ποταμό Yukon και πήραμε τον Top of the World.

Η θερμοκρασία ήταν 4 βαθμοί, ο καιρός κλειστός, συννεφιασμένος και έπεφτε ψιλόβροχο. Λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, το βουνό ήταν χιονισμένο και μαγευτικό.

«Σταματήστε να βγάλουμε φωτογραφίες», φώναζε η Λουκία. «Πού θα ξαναβρούμε τέτοια βουνά;»

Ύστερα από λίγο άρχισε να χιονίζει. Ήταν πανέμορφα. Άρχισε να το στρώνει. Ο δρόμος όμως είχε ροδιές από τα αυτοκίνητα που είχαν ήδη περάσει και η οδήγηση ήταν ξεκούραστη.

Σταματήσαμε λοιπόν και το ρίξαμε στον χιονοπόλεμο.

Σιγά σιγά όμως οι ροδιές άρχισαν να εξαφανίζονται και ο καιρός χάλασε. Το χιόνι άρχισε να πέφτει πυκνό και η ορατότητα περιορίστηκε στα δύο μέτρα. Δεν υπήρχαν πλέον ούτε ροδιές ούτε δρόμος.

Προχωρούσαμε με 10 χλμ την ώρα, προσπαθώντας να φτάσουμε στα σύνορα. Λίγο παρακάτω σχεδόν πέσαμε πάνω σε περιπολικό της καναδικής αστυνομίας, που μας ενημέρωσε ότι ο δρόμος και ο καιρός ήταν ακόμη χειρότερα προς την Alaska.

Τι να κάνουμε τώρα; Να γυρίσουμε στο Dawson City και από εκεί μέσω Whitehorse να πάμε στην Alaska; Αυτό σήμαινε περίπου 1.500 επιπλέον χιλιόμετρα. Αποφασίσαμε λοιπόν να συνεχίσουμε μέχρι τα σύνορα και βλέπουμε.

Η επόμενη εικόνα ήταν σίγουρα από τα highlights του ταξιδιού. Σαν σκηνή από σουρεαλιστική ταινία εμφανίστηκε από το πουθενά ένας τύπος να κάνει τζόκινγκ, με 25 πόντους χιόνι στο έδαφος και τη χιονοθύελλα σε πλήρη εξέλιξη. Απίστευτο. Μας έπιασαν τα γέλια.

Περάσαμε τα σύνορα χωρίς να το καταλάβουμε

Η ορατότητα ήταν σχεδόν μηδενική. Περάσαμε τα σύνορα χωρίς να το καταλάβουμε και γυρίσαμε πίσω όταν εμφανίστηκε έξαλλος ο Αμερικανός συνοριοφύλακας, κατεβάζοντας καντήλια για δέκα ολόκληρα λεπτά, λες και είχαμε κάνει το μεγαλύτερο έγκλημα.

Eξαλλος ο Αμερικανός συνοριοφύλακας, κατέβαζε καντήλια για δέκα ολόκληρα λεπτά, λες και είχαμε κάνει το μεγαλύτερο έγκλημα.

Στο τέλος, αφού τα άκουσα όλα, τόλμησα να ρωτήσω για την κατάσταση του δρόμου από εκεί και κάτω. Δεν είχε σαφείς πληροφορίες, αλλά μας είπε ότι περίπου 30 χιλιόμετρα πιο κάτω ο δρόμος κατηφορίζει και ίσως ο καιρός να είναι καλύτερος.

Και τώρα τι κάνουμε; Δρόμος δεν υπάρχει, η ορατότητα είναι δύο μέτρα και το χιόνι συνεχίζει να πέφτει. Διακρίνω μια ταμπέλα: σε λίγα χιλιόμετρα lodge, κάτι τέτοιο. «Ας πάμε μέχρι εκεί».

Προχωράμε με 2 χιλιόμετρα την ώρα πλέον, ανοίγοντας εμείς τον δρόμο. Ύστερα από αρκετή ώρα φτάνουμε, μόνο για να ανακαλύψουμε με τρόμο ότι το lodge είναι κλειστό.

Τη βάψαμε.

Ταυτόχρονα όμως ακούμε ένα τεράστιο κορνάρισμα. Ένα τεράστιο βυτιοφόρο έρχεται από απέναντι. Εξάτροχο, με τέσσερις διπλούς κινητήριους τροχούς, με αλυσίδες πίσω, να ανοίγει τεράστιες ροδιές στο δρόμο.

Ορμάμε. Γρήγορα, πριν σβήσουν οι ροδιές. Οδηγούσα σε ρυθμό ειδικής διαδρομής. Οι ροδιές αρχίζουν να καλύπτονται ταχύτατα, καθώς το χιόνι συνεχίζει να πέφτει, και ξαφνικά το πίσω αυτοκίνητο σταματάει.

Τρελάθηκα. Τι έγινε πάλι;

Οι πίσω δεν έχουν πάρει χαμπάρι τι ζόρι τραβάμε, καθώς ταξιδεύουν συνέχεια μέσα στις ροδιές του δικού μας M-Class και έχουν σταματήσει για κατούρημα. Οι κακίες λένε ότι πράγματι τα είχαν κάνει πάνω τους, καθώς κινούμασταν με τρελούς ρυθμούς δίπλα στα γκρέμια, όσο οι ροδιές του βυτιοφόρου ήταν ακόμη «ζωντανές».

Μετά από λίγο φτάσαμε στη διασταύρωση και πράγματι, από εκεί και πέρα ο δρόμος άρχισε να κατηφορίζει. Λίγο μετά το χιόνι σταμάτησε, δίνοντας τη θέση του σε δυνατή, αλλά σωτήρια βροχή. Σταματήσαμε στην άκρη του δρόμου και η ανακούφιση που αισθάνθηκα, φαίνεται στην φωτογραφία που έβγαλα, σε φάση …Singing in the rain.

“Αγιο είχαμε”. Θα αφήναμε τα κόκκαλα μας στον Top of the World.

Το επόμενο χωριό λεγόταν Chicken. Σταματήσαμε σε ένα γραφικό μαγαζάκι στην είσοδό του. Τα πρώτα πράγματα που συναντήσαμε ήταν αυτοκόλλητα και T-shirts που έγραφαν: I drove the Top of the World and survived. Εκείνη τη στιγμή δεν μου φαινόταν καθόλου αστείο. Η πουτάνα η Alaska τι πήγε να μας κάνει… Μας κοψοχόλιασε.

Το επόμενο T-shirt όμως άρχισε να μας φτιάχνει το κέφι. Εξηγούσε πώς πήρε το χωριό το όνομά του. Η περιοχή είναι γεμάτη ptarmigan, τις περίεργες «κότες» που είχαμε συναντήσει και στον Dempster. Το χωριό αρχικά λεγόταν Ptarmigan, αλλά κανείς δεν μπορούσε να πεί σωστά τη λέξη, λέγανε Tarmigan, Termagan, ανάλογα την προφορά του καθενός, οπότε το είπαν …Chicken! και ησυχάσανε.

Εκατό χιλιόμετρα παρακάτω ξαναβρεθήκαμε στον Alaska Highway, που είχαμε αφήσει στο Whitehorse για να πάμε στον Αρκτικό Κύκλο και στη Dawson City. Πήραμε τον δρόμο για το Anchorage και η διαδρομή ήταν καταπληκτική, καθώς περνούσαμε δίπλα από χιονισμένα βουνά που έδιναν απίστευτο θέαμα.

Προς το Anchorage, δίπλα από χιονισμένα βουνά που έδιναν απίστευτο θέαμα.

Λίγο πριν από το Anchorage είχαμε και την πρώτη επαφή με Έλληνες της Alaska, στο Palmer, όπου συναντήσαμε ένα ζευγάρι που έχει πιτσαρία και μας κέρασαν πίτσα.

28 ΜΑΪΟΥ Anchorage.

«Το Anchorage είναι είκοσι λεπτά μακριά από την Alaska», λένε χαριτολογώντας οι ντόπιοι, θέλοντας να περιγράψουν τη μεγαλύτερη πόλη της πολιτείας. Περάσαμε μια μέρα εκεί, με τον Στέργιο να έχει οργανώσει διάφορες συναντήσεις με Έλληνες της περιοχής

Μπορείς να διαλέξεις μόνος σου την πινακίδα του αυτοκινήτου σου στην Αλάσκα. “Κέφι”, “Γλέντι” και άλλες φωτοφράφισε ο Στέργιος

και εμάς να χαζεύουμε περπατώντας στην πόλη.

Anchorage. Xιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά, όλα όσα ξέρεις.

Η πωλήτρια ήταν ινουίτ

Εδω ήταν που γνωρίστηκα και με τον “ψαρά της ζωής μου”.

Τέσσερα εγγόνια μεγάλωσα με τον “ψαρά” αυτόν.

Ειναι φτιαγμένος απο κόκκαλο φάλαινας  και με το καμάκι του έκλεβε όλες τις εντυπώσεις, ανάμεσα σε όλα τα άλλα εκθέματα

Εκλεβε, στα μάτια μου, όλες τις εντυπώσεις, ανάμεσα σε όλα τα άλλα εκθέματα

Ο “ψαράς της ζωής μου”.  Τέσσερα εγγόνια μεγάλωσα με τον “ψαρά” αυτόν.

Μαγευόντουσαν όλα τα παιδιά με αυτόν, πρίν ακόμα αρχίσουν να μιλάνε. Τα έπαιρνα αγκαλιά τα πήγαινα στην βιβλιοθήκη με τον ψαρά και το καμάκι του. Ερχόντουσαν τα παιδιά στο σπίτι και τρέχανε στην αγκαλιά μου για να πάμε να δούμε τον “ψαρά”.

Θυμάμαι μια φάση που είχε έρθει ο συμπέθερος απο την Θεσσαλονίκη να δεί την Ναταλία, που ήταν πολυ μικρή, δεν τον γνώριζε ακόμα και δεν ήθελε να τον πλησιάσει. Απαρηγόρητος ήταν ο συμπέθερος.

Του είπα λοιπόν το “μυστικό”: “Πήγαινε κοντά της και πρότεινε της, να πάτε στην βιλιοθήκη να δείτε τον ψαρά”.

Με κοίταξε με καχυποψία. Ηταν απελπισμένος όμως και το έκανε. Τα μάτια της Ναταλίας άστραψαν, όταν άκουσε οτι θα πάνε στον “ψαρά” και δέχτηκε για πρώτη φορά,να την πάρει αγκαλιά,  για να πάνε να δούνε τον “ψαρά”. Και έσπασε ο πάγος.

Ο “ψαράς της ζωής μου”, σε ενα πάγκο του Anchorage. Για πάντα απο τότε, κοντά μου.

28 – 30 ΜΑΪΟΥ – Kenai Peninsula

Από το Anchorage συνεχίσαμε νότια προς τη χερσόνησο Kenai.

Προορισμός μας ήταν το Homer, το Kenai, η Soldotna και το Seward. Χρειάστηκαν τρεις μέρες για αυτή την περιήγηση και διανύσαμε συνολικά 1.058 χιλιόμετρα.

Τριάντα οκτώ χιλιόμετρα έξω από το Anchorage συναντήσαμε το Turnagain Arm, σημείο όπου περνούν λευκές φάλαινες μπελούγκα και το οποίο είναι διάσημο επειδή η παλίρροια φτάνει μέχρι και τα 10 μέτρα ύψος. Είναι από τα λίγα σημεία στον κόσμο με τόσο έντονο φαινόμενο παλίρροιας.

Φτάσαμε στο Kenai με ανοιξιάτικο καιρό. Στον ποταμό Kenai, όπου ψαρεύονται οι μεγαλύτεροι σολομοί στον κόσμο, το ποτάμι ήταν γεμάτο ερασιτέχνες ψαράδες. Εχει και τα ρεκόρ:

Στον ποταμό Kenai, ο μεγαλύτερος σολομός που έχει πιαστεί είχε μήκος 1,5 μέτρο και βάρος 50 κιλά. Εκεί πιάστηκε και η μεγαλύτερη πέστροφα το 1992, βάρους 10 κιλών.

Όταν φτάσαμε στο νότιο άκρο της χερσονήσου, στο μικρό ψαροχώρι Homer, είδαμε δεκάδες μισθωμένα καΐκια που μετέφεραν ψαράδες τρεις ώρες μακριά από τις ακτές για να ψαρέψουν τα εντυπωσιακά halibut. Τα halibut ξεκινούν από 20 και φτάνουν μέχρι και 250 κιλά. Είναι τόσο μεγάλα που, όταν πιαστούν και φτάσουν κοντά στο καΐκι, τα πυροβολούν. Είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουν να τα ανεβάσουν στο καίκι.

Tα halibut ξεκινούν από 20 και φτάνουν μέχρι και 250 κιλά. Τα πυροβολούν, για να μπορέσουν να τα ανεβάσουν στο καϊκι

Όποιος θέλει να πάει, πληρώνει περίπου 200 δολάρια για τρεις έως έξι ώρες ψαρέματος και έχει δικαίωμα να κρατήσει μέχρι δύο halibut. Το πλήρωμα αναλαμβάνει τα πάντα: εξοπλισμό, δολώματα, καθάρισμα ψαριού και ακόμη και αποστολή στο σπίτι σου με …κούριερ. Ολόκληρη η περιοχή ζει από τα χρήματα που αφήνουν οι ερασιτέχνες ψαράδες.

Μείναμε αρκετές ώρες χαζεύοντας τα καΐκια που επέστρεφαν και μετά κινηθήκαμε βόρεια προς Soldotna. Σταματήσαμε στο χωριό Kenai συναντήσαμε έναν Έλληνα από τη Χαλκίδα, τον Γιώργο Πιτσιλιώνη, που έχει ένα διάσημο εστιατόριο στην περιοχή, το Paradise. Εδώ ζει πάνω από 25 χρόνια και ξέρει τα πάντα.

Στον “Παράδεισο”. Αριστερά ο Γιώργος και δεξιά η κόρη του η Γιάννα

Η αποστολή μας έμεινε ενθουσιασμένη. Ο Στέργιος είχε μαζί του ένα μπουκάλι τσίπουρο, το άνοιξε και το ήπιαμε μαζί με καταπληκτικά καβούρια της Αλάσκας. Ήταν μαζί και η κόρη του, η Γιάννα, καθώς και ο Κερκυραίος Θόδωρος Κουρής, που ζει πάνω από 30 χρόνια στην Alaska και έχει μεγάλη εταιρεία που προμηθεύει εστιατόρια σε όλη την περιοχή.

«Αυτός παίρνει όλα τα λεφτά μας», έλεγε γελώντας ο Γιώργος.

Ο Κουρής μάς είπε πολλές ιστορίες από τη ζωή στην Alaska και μας περιέγραψε πόσο δύσκολος είναι ο χειμώνας, όταν επικρατεί συνεχές σκοτάδι. Τότε «πολλοί άνθρωποι χωρίζουν, μελαγχολίζουν και …αυτοκτονίζουν». Πως είναι δυνατόν ποτέ, να ξεχαστεί αυτή η φράση?

Μας είπε κσι την πρώτη του εμπειρία, όταν έφτασε πριν 40 χρόνια και πήγε να πιάσει δουλειά στον βορρά σε ενα αγωγό που φτιάχνανε. Δεν ήξερε αγγλικά και ήταν πανικόβλητος. Δεν ήξερε πως θα τα καταφέρει. Έφτασε λοιπόν, πήγε το βράδυ στην κουζίνα για να φάει, χωρίς να ξέρει πώς θα συνεννοηθεί και άκουσε 2 φωνές που καυγαδίζανε στα …ελληνικά, για Παναθηναϊκό και Ολυμπιακό.

Στο καταμαράν (μοιάζω “αλλοώτικος”, καθώς είχα κλειστά τα μάτια στην φωτογραφία και έχει επέμβει ΑΙ, για να μου τα “ανοίξει”)

Πήγαμε στη συνέχεια στο Seward και το πρωί της 30ής Μαΐου ξεκινήσαμε με έναν εντυπωσιακό καταμαράν την εξάωρη κρουαζιέρα στα επιβλητικά φιόρδ του Kenai. Επιθυμία μας ήταν να δούμε όρκες και φάλαινες. Δεν είναι όμως ποτέ σίγουρο ότι θα δεις όρκες ή φάλαινες. Μια Ελληνίδα που συναντήσαμε εκεί, μας είπε ότι στα δύο προηγούμενα ταξίδια της δεν είχαν καταφέρει να δουν φάλαινες. Περιμέναμε λοιπόν με ανυπομονησία.

Είχε προηγηθεί ενημέρωση από τον καπετάνιο, ο οποίος μας εξήγησε ότι αν εμφανιζόταν κάτι σημαντικό θα μας ενημέρωνε αμέσως. Χρησιμοποιούσε μάλιστα τον κλασικό κανόνα του ρολογιού για να μας κατευθύνει. Η πλώρη αντιστοιχούσε στις 12 η ώρα, η πρύμνη στις 6 και ούτω καθεξής.

Έτσι, όταν είπε «όρκες στις 2 η ώρα», ξέραμε ακριβώς τι να κάνουμε.

Πεταχτήκαμε όλοι έξω στο κρύο, για να απολαύσουμε το θέαμα, και αρχίσαμε να φωτογραφίζουμε. Μια μοναδική εμπειρία. Τα τεράστια μαύρα πτερύγια προεξείχαν πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, βουτούσαν στα μαύρα νερά του Ειρηνικού και η επιβλητική ουρά τους έσκιζε το νερό. Αργότερα ακόμη μια ομάδα από όρκες, που έπαιζαν στο νερό και πέρασαν ακριβώς κάτω από το σκάφος.

Είδαμε πάνω στα βράχια φώκιες, θαλάσσια λιοντάρια και πάρα πολλά πουλιά του Ειρηνικού.

Ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος. Ξαφνικά ο αέρας πάγωσε ακόμη περισσότερο, καθώς πλησιάσαμε τον εντυπωσιακό παγετώνα Allgate.

Στον εντυπωσιακό παγετώνα Allgate.

Βλέπαμε τεράστιους όγκους γαλάζιου πάγου, ηλικίας χιλιάδων ετών. Πάνω σe μεγάλα κομμάτια πάγου που είχαν αποκολληθεί ήταν ξαπλωμένες φώκιες που έδειχναν να το απολαμβάνουν. Ήταν σαν να βλέπαμε ντοκιμαντέρ ζωντανά. Στη διαδρομή της επιστροφής, είδαμε και puffins στη θάλασσα, τα πουλιά που στα ελληνικά τα λέμε θαλασσοψιττακούς. Θαλασσοπαπαγάλους δηλαδή.

Επιστρέψαμε ύστερα από περίπου πέντεμισι ώρες, εντυπωσιασμένοι από όσα είχαμε δει.

01 ΙΟΥΝΙΟΥ-Anchorage-Zurich

Αλλάξαμε και τα εισιτήρια της επιστροφής. Το αρχικό πρόγραμμα προέβλεπε Anchorage – Salt Lake City – New York – Αθήνα. Ξαφνικά όμως ανακαλύψαμε ότι θυγατρική της SwissAir, η Bal Air, πετούσε απευθείας από το Anchorage στη Ζυρίχη. Έτσι γλιτώσαμε πολλές ώρες ταξιδιού.

Επεράσαμε όμορφα. Επεράσαμε όμορφα.

Πετάξαμε περίπου δέκα ώρες, περάσαμε πάνω από τον Βόρειο Πόλο και τη Γροιλανδία και φτάσαμε πολύ γρήγορα στην Ελβετία.

*Τα κείμενα είναι του Στέργιου Μανώλη, απο την ειδική έκδοση που είχαμε κάνει στο Auto Motor und Sport για αυτο το ταξίδι. Σε πολλά σημεία έχω πρσθέσει δικές μου πινελιές.