Ολυμπιακό Ραλλύ 1992

Ολυμπιακό Ραλλύ 1992 – Η πρώτη μου γνωριμία με τη Lancia των 300 ίππων
Το δημοσίευσα στο Auto Motor und Sport το 1992
ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
OTAN O XAPY ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΗΝ ΣΑΛΛΥ
Οταν ένας 38άρης εκδότης, που έχει ζήσει τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής του κλεισμένος μέσα σ’ ένα γραφείο, συναντάει μία πανέμορφη κατακόκκινη Lancia Integrale γκρούπ Α, τότε όλα είναι δυνατόν να συμβούν. Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα οδοιπορικό στον μαγικό κόσμο των 300+ αλόγων και των χωμάτινων ραλλύ.
Όλα ξεκίνησαν τον περασμένο Νοέμβρη. Ετοίμαζαμε το τρίτο τεύχος του Auto Motor und Sport και ταυτόχρονα καταστρώναμε τα σχέδια για το 1992, τι πρέπει να βελτιώσουμε στο περιοδικό, τι να αλλάξουμε, μήπως αυτό, μήπως εκείνο, και με το αγωνιστικό section του περιοδικού τι κάνουμε; Οι έρευνές μας, είχαν δείξει ότι είναι δυσανάλογα μεγάλο, καθώς το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού την τελευταία δεκαετία είχε σχεδόν εξανεμιστεί.
Οι αγώνες αυτοκινήτου στην Ελλάδα αργοπεθαίνουνε, καθώς η πολυπόθητη και επανειλημμένως εξαγγελμένη πίστα δεν έγινε ποτέ, ενώ ταυτόχρονα στους αγώνες Ραλλύ την τελευταία πενταετία τα αποτελέσματα ήταν γνωστά πριν την εκκίνηση: Jigger και Lancia Integrale στο χώμα, Κύρκος και Ford Sierra στην άσφαλτο.
100.000 χιλιάδες θεατές στο Acropolis, 2.000-3.000 στους υπόλοιπους αγώνες του ελληνικού πρωταθλήματος. Κρίμα, κρίμα μεγάλο, ειδικά για όποιον έχει ζήσει την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’70, σε εκείνα τα ανεπανάληπτα νυχτερινά Ραλλύ της Αττικής με τους χιλιάδες θεατές στις 3 η ώρα το πρωί, στον Διόνυσο, τον Μαραθώνα, τον Κουβαρά (1), τον Άγιο Μερκούριο (τότε ήταν ακόμη χωμάτινος) και η συζήτηση φούντωσε και κράτησε ώρες καθώς ο καθένας μας γύρω από το τραπέζι κατέθετε τις αναμνήσεις του, σαν θεατής, μηχανικός ή αγωνιζόμενος, για τη μαγική για τους αγώνες αυτοκινήτου στην Ελλάδα, δεκαετία 70-80.
Μαγεία, νοσταλγία και σοκ όταν ανακάλυψα ότι δεν ήμουν πλέον ο εκδότης του ελληνικού Auto Motor und Sport Πέτρος Τριανταφύλλης, αλλά ο “Τεν Τεν” της δεκαετίας του 70, ο “Τεν Τεν” των 20 μου χρόνων που παραμελημένος τόσα χρόνια, έπαιρνε τώρα την εκδίκησή του, σίγουρος πια ότι ήρθε η ώρα να “πάρει” πάλι τα βουνά, καθώς εκείνο το πρωινό του Νοέμβρη το «λούκι» είχε τρύπα για δύο ώρες, και ο “Τεν Τεν” ήταν ήδη έξω!
Στις μέρες που ακολούθησαν έγιναν κωμικοτραγικά γεγονότα στην εταιρεία, όταν ανακοίνωσα ότι αγόρασα μία Lancia Integrale 16V και σκοπεύω να τρέξω πάλι στο Ελληνικό Πρωτάθλημα Ράλλυ.
«Καλά, καλά, ξάπλωσε, σκεπάσου καλά, πάρε και 2 ασπιρίνες και θα σου περάσει» (1ο στάδιο).
«Δεν είναι δυνατόν ο εκδότης του Auto Motor und Sport να… ξεφτιλίζεται. Η Lancia είναι πολύ δυνατό αυτοκίνητο, ελάχιστοι μπορούν να την οδηγήσουν. Θα χάνεις και από τα 1300άρια και θα γελάσει… κάθε πικραμένος» (2ο στάδιο).
«Ε, όχι και Τεν Τεν, τρέχα τουλάχιστον με το όνομά σου, αφού προηγουμένως κάνεις και μία… γραπτή δήλωση από τις σελίδες του περιοδικού, ότι είσαι απλώς sportsman και δεν διεκδικείς τίποτα, ώστε να έχεις άλλοθι» (3ο στάδιο).
Εν τω μεταξύ και παράλληλα με όλα αυτά ο Ιαβέρης, έχοντας “σχεδόν” εξασφαλίσει το απαραίτητο sponsoring, διαπραγματευόταν ένα ίδιο αυτοκίνητο με αυτό που είχα παραγγείλει εγώ και οι συζητήσεις μαζί του έδιναν και έπαιρναν. Το πάθος του με συνέπαιρνε. Αυτός ο άνθρωπος ζει και αναπνέει μόνον πίσω από το τιμόνι ενός αγωνιστικού αυτοκινήτου, που κινείται πάντοτε στο όριο — στο όριο του αυτοκινήτου εννοώ, γιατί μέχρι στιγμής (νωπό είναι το Φθιώτιδος ακόμη) δεν έχει οδηγήσει “τίποτα” που να μπορεί να ταξιδέψει στα δικά του όρια!
Και ενώ οι συζητήσεις έδιναν και έπαιρναν, το απαραίτητο sponsoring “εξέπνευσε” και η Lancia του που θα οδηγούσε πήγε “περίπατο”. Άλλη μία χρόνια χαμένη λοιπόν για τον Ιαβέρη.
Όλα αυτά, εμένα με είχαν βάλει σε σκέψεις. Τα δεδομένα άλλαζαν συνεχώς και μέσα σε αυτό το κλίμα η απόφαση να προχωρήσω έμοιαζε ταυτόχρονα παράτολμη και αναπόφευκτη.
Λίγες μέρες αργότερα το αυτοκίνητο στεκόταν μπροστά μου και, παρότι είχα οδηγήσει σε αγώνα —έστω και πολλά χρόνια πριν— ένιωθα σαν να ξεκινούσα από την αρχή. Γύρω μου άκουγα διάφορους τύπους να σχολιάζουν: «Καλά, ούτε να το βάλεις μπροστά δεν θα μπορείς. Δεν ζητάς βοήθεια;». Άλλοι πάλι χαμογελούσαν συγκαταβατικά, λες και ήξεραν ήδη το τέλος της ιστορίας.
Ο μόνος που δεν καταλάβαινε τίποτα από όλα αυτά ήταν ο Κώστας Φερτάκης, που είχε καθίσει στο διπλανό κάθισμα του Πεσματζόγλου, του Ιαβέρη, του Μανιατοπούλου — πες μου με ποιον δεν έχει τρέξει στα περισσότερα από τα 200 ράλλυ, που έχει στο ενεργητικό του, τα τελευταία 20 χρόνια. Έτσι η ιδέα ήταν τελικά δική του. Μια εβδομάδα πριν τα Γιάννενα γίνεται το Ολυμπιακό Ράλλυ — ένα ράλλυ που δεν μετράει στο Πρωτάθλημα — «πάμε να τρέξουμε με την Integrale», μου είπε.
Έτσι, στις 6 η ώρα το πρωί της Κυριακής 22 Μαρτίου άρχισε η «περιπέτεια» από την ειδική της Ολυμπίας.
Το αυτοκίνητο κατέβηκε από το τρέιλερ και στάθηκε μπροστά από τους μηχανικούς. Ο κινητήρας έπρεπε να αποκτήσει τη σωστή θερμοκρασία λειτουργίας. Κάθισα στη θέση του οδηγού με συγκρατημένη απαίτηση, αλλά και με μια παράξενη αμηχανία, προσπαθώντας να ανιχνεύσω το καινούργιο περιβάλλον. Ο επιλογέας — σιδερένιος, βαρύς — είχε στην κορυφή του ένα είδος γυαλιστερού μεταλλικού μπαλακιού αντί για λεβιέ και κατέληγε στη βάση σε ένα αόρατο από τη θέση του οδηγού τεχνολογικό διαμάντι με 6 ταχύτητες.
Πάτησα το αμπραγιάζ και δοκίμασα τις ταχύτητες. Η πρώτη εντύπωση ήταν ότι το σαζμάν ήταν χαλασμένο, αφού οι διαδρομές ήταν τόσο μικρές, όσο τα μπόσικα που έχει κάθε νορμάλ κιβώτιο στη «νεκρά» του — τόσο μικρές ώστε μετά τη 2η, αντί για 3η έμπαινε 5η και ανακάλυπτες το λάθος όταν έψαχνες ακόμη πιο δεξιά την 5η και βρισκόσουν στο κενό. Άρχισα να ιδρώνω. Δύσκολα τα πράγματα.

Στην αφετηρία, ενώ ο αδελφός μου αριστερά, παρακολουθεί
Κάποια στιγμή αποφάσισα ότι ήρθε η ώρα να κινηθώ προς την αφετηρία. Έβαλα 1η, άφησα το αμπραγιάζ και όπως ήταν «φυσικό» το αυτοκίνητο… έσβησε. Επανέλαβα με περισσότερη προσοχή τη διαδικασία και… ξανάσβησε. Ρεζίλι, μέσα στη γεμάτη από κόσμο πλατεία που με παρατηρούσε μειδιώντας. Στο μυαλό μου ήρθαν τα λόγια των συνεργατών μου στην εταιρεία: «Καλά, ούτε να το βάλεις μπροστά δεν θα μπορείς». Τρίτη προσπάθεια και, ω του θαύματος, δεν έσβησε.
Έφτασα μπροστά στον αλυτάρχη και σταμάτησα, περιμένοντας με ανυπομονησία το νέο ρεζιλίκι μόλις κατεβάσει τη σημαία και δοκιμάσω να ξεκινήσω πάλι. «Καλό δρόμο», μας είπε από το παράθυρο και κατέβασε τη σημαία. Άφησα το αμπραγιάζ και ταυτόχρονα πάτησα με δύναμη το γκάζι για να αποφύγω το κακό. Αυτό ήταν. Υποδειγματική εκκίνηση.
Ήρεμα ήρεμα διασχίσαμε τα 10 χλμ. που μας χώριζαν από την 1η ειδική στην κλασική Αλφειούσα. Φόρεσα το κράνος ενώ οι σφυγμοί μου είχαν καταρρίψει κάθε προηγούμενο ρεκόρ και, καθώς ο κριτής ανήγγειλε τα 10 δευτερόλεπτα πριν την εκκίνηση, έβαλα ταχύτητα και ανέβασα τις στροφές του κινητήρα στις 5000.
5, 4, 3, 2, 1 — GO! Άφησα το αμπραγιάζ και η Lancia εκτοξεύθηκε (κυριολεκτώ!) προς τα εμπρός. Άλλαξα σε δεύτερη ενώ ο κόφτης στις 7400 ωρυόταν και, πανικόβλητος, σήκωσα το πόδι από το γκάζι καθώς η πρώτη στροφή ερχόταν κατά πάνω μου με διαβολική ταχύτητα.
Η αίσθηση ήταν φοβερή — ο συνδυασμός της ιπποδύναμης με την αποτελεσματικότητα του κιβωτίου με τις 6 ταχύτητες δημιουργούσαν μία ώθηση που μου σταματούσε το μυαλό. Αισθανόμουν ότι είχα καβαλικέψει μια τίγρη και κρατιόμουν από τα… αυτιά της για να μην πέσω.
Η φωνή του Φερτάκη στα ακουστικά της ενδοσυνεννόησης φαινόταν να έρχεται από άλλο πλανήτη, καθώς ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει.
Στις κλειστές στροφές η Lancia έστριβε με απίστευτη ακρίβεια. Περάσαμε την πρώτη στροφή ρολάροντας· ένα πάτημα του γκαζιού στην έξοδο και… φρέναρα(!), καθώς είχα φτάσει ήδη στην επόμενη στροφή. Έρχεται η επόμενη, ρολάρισμα μέσα στη στροφή, λίγο γκάζι στην έξοδο και… φρέναρα για την επόμενη. Και το ίδιο μοτίβο επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά. ξανά και ξανά, καθώς στο μυαλό μου έρχεται μία φράση που είχε πει ο Γιώργος Μοσχούς πολλά-πολλά χρόνια πριν, μετά την πρώτη του επαφή με την Alfetta που είχε έρθει από την Ιταλία για να τρέξει στο χωμάτινο Πρωτάθλημα Ράλλυ: «Η αίσθηση που έχεις με αυτό το αυτοκίνητο είναι ότι ο δρόμος αποτελείται μόνο από στροφές. Δεν υπάρχουν ευθείες».
Τα δευτερόλεπτα όμως κυλάνε και η αδρεναλίνη αρχίζει να κάνει τα θαύματά της. Ο τρόμος σιγά-σιγά φεύγει και σε λίγο μετατρέπεται σε έκσταση, καθώς το καθαρόαιμο καταπίνει τις μικρές ευθείες αστραπιαία, φρενάρει υποδειγματικά και στρίβει με τέτοια άνεση που αρχίζω να ντρέπομαι. Εκεί, κάπου στη μέση περίπου της ειδικής ακούω τον Φερτάκη να ωρύεται: «Πάτα — 500 ευθεία». Και πατάω. Τρίτη, τετάρτη, πέμπτη, έκτη στο σαζμάν — σε λίγο θα πετάξουμε, σκέφτομαι, ενώ αυτός ο «κακός άνθρωπος» δίπλα μου δεν καταλαβαίνει τίποτα: «Φρένα στην κολώνα 30 μέτρα και κλειστή δεξιά».
Ο τρόμος ξαναγυρίζει ακαριαία καθώς συνειδητοποιώ ότι 6η στο σαζμάν και 6500 στροφές σημαίνει σχεδόν 190 χλμ. την ώρα. «Ανεβαίνω» με όλη μου τη δύναμη πάνω στο φρένο, κατεβάζοντας ταυτόχρονα ταχύτητες — από 6η σε 4η και κατευθείαν σε 2η — ενώ με τα μάτια ψάχνω στην πλαγιά που βρίσκεται στο τέλος της ευθείας την έξοδο κινδύνου, θεωρώντας δεδομένο ότι είναι προτιμότερη αυτή η λύση από το να δοκιμάσω να στρίψω με τόσα χιλιόμετρα.
Και, ω του θαύματος, η έξοδος κινδύνου είναι εκεί, στην ομαλή πλαγιά απέναντι, αρκεί να σημαδέψω καλά και να περάσω ανάμεσα από τα δύο δέντρα. Ηρωικές στιγμές.
Κωμικοτραγική η συνέχεια, καθώς συνειδητοποιώ ότι η στροφή είναι ακόμη μακριά και όχι μόνο δεν είναι απαραίτητη η ηρωική έξοδος, αλλά πρέπει να… πατήσω και λίγο γκάζι γιατί κοντεύουμε να… σταματήσουμε τελείως.
Τα τελευταία ίχνη της οδηγικής μου αξιοπρέπειας έχουν εξαφανιστεί. «Ξέχασε ό,τι ήξερες μέχρι τώρα και ξεκίνα από την αρχή». Η συμβουλή του Φερτάκη πριν τον αγώνα έρχεται στο μυαλό μου και αποφασίζω να την ακολουθήσω.
Λίγα… χρόνια αργότερα φτάνουμε στο τέλος της «μεγαλύτερης» ειδικής διαδρομής που έχω γνωρίσει. 6’40” δείχνουν τα χρονόμετρα — 16″ αργότερα από το «φτερωτό γιατρό» Μόσχοβο και την γκρουπ Α Corolla του. Και ο αγώνας συνεχίζεται με τον εαυτό μου σε ένα περίεργο ρόλο: δοκιμαστής, μαθητής και θεατής ταυτόχρονα.
Στις κλειστές στροφές και τις ανηφορικές φουρκέτες της δεύτερης ειδικής η Lancia συμπεριφέρεται σαν… Escort, αρκεί βέβαια να έχεις την «ψυχή» να πατήσεις το γκάζι τη στιγμή που πρέπει. Τρίτη ειδική και η σκέψη δεν λέει να φύγει από το μυαλό μου: «Να δεις που θα φλικάρει και σαν Escort». Έλα όμως τώρα να θυμηθείς, μετά από 10 χρόνια, πώς φλικάρουνε. Άλλο το τότε, άλλο το τώρα.
Λίγο μετά το μοναστήρι της Δεσκάτης, όμως, αρχίζουν οι κατηφορικές φουρκέτες και άντε πάλι από την αρχή: «Να δεις που θα φλικάρει και σαν Escort». Και επειδή όλα τα «μοιραία» πράγματα γίνονται μαζί, η επόμενη φράση του Φερτάκη καταργεί όλους μου τους δισταγμούς: «Κλειστή αριστερή και φρένα για δεξιά φουρκέτα που γλιστράει».
Το «Escort» ξεκινάει το ταξίδι του στην κλειστή αριστερή και το συνεχίζει με το πλάι, ενώ ο Φερτάκης ωρύεται: «Φρένααα(!) για δεξιά φουρκέτα», κι εγώ φρενάρω ένα δέκατο του δευτερολέπτου νωρίτερα, πριν προλάβουμε να μπούμε σε τροχιά για τη δεξιά φουρκέτα. Τον ρόλο της μούρης αναλαμβάνει να παίξει η ουρά και το μεγαλοπρεπές τετ-α-κέ είναι γεγονός, εν μέσω παραληρούντος ακροατηρίου.
«Κοίτα να δεις που κάνουν τετ-α-κέ και τα τετρακίνητα!»
Το πρώτο σκέλος του αγώνα συνεχίστηκε στο ίδιο μοτίβο, ενώ κάποια στιγμή που μας μοίρασαν προσωρινά αποτελέσματα είδα ότι βρισκόμαστε κάπου στην έβδομη θέση — πίσω από τον «Ιαβέρη», ένα Abarth 131, τρεις Corolla και ένα Suzuki Swift. Πάλι καλά, σκέφτηκα, ενώ ο Φερτάκης με ενημέρωνε για την ειδική του Ανθώνα που ακολουθούσε:
«Προς το τέλος της ειδικής υπάρχει ένα πολύ γρήγορο κομμάτι με πολύ γαρμπίλι και τεράστια δέντρα και από τις δύο μεριές του δρόμου. Κοίτα μην κάνεις κανένα “άφημα” γκαζιού εκεί ανάμεσα στα δέντρα γιατί… θα μας κάνει μήνυση το δασαρχείο!»

Πετάξαμε κιόλας
Το δεύτερο σκέλος του αγώνα είχε τις ίδιες 6 ειδικές με το πρώτο και θα μου μείνει αξέχαστο. Ένα ταξίδι στη μαγεία, στον κόσμο του ονείρου, καθώς είχα πλέον συμφιλιωθεί με αυτό το καθαρόαιμο άτι, που δεν ωρυόταν πλέον από στροφή… (δεν έχω την συνέχεια του κειμένου – αλλά ψάχνω να την βρώ).
Τα αποτέλεσματα του ραλλύ, ήταν ταπεινωτικά, αλλά είχα περάσει μαγικά. Θυμάμαι το βράδυ, μετά τον αγώνα, προσπαθούσα να μην κοιμηθώ, καθώς ζούσα και ξαναζούσα, στο μυαλό μου όλο αυτό που έγινε. Την πρώτη μου γνωριμία με το καταπληκτικό αυτό αυτοκίνητο.
- Ιαβέρης – Καρανικολός, Audi Quattro
- Δρίβαλος – Σπυρόπουλος, Fiat 131
- Τσάτσαρης – Νικολόπουλος, Toyota Corolla
- Μόσχοβος – Μικές, Toyota Corolla
- Κουρτέσης – Δημητρόπουλος, Suzuki Swift
- Παππάς – Σουφρίλας, Toyota Corolla
- Τεν-Τεν – Φερτάκης, Lancia Integrale
- Κρέζος – Αναστασόπουλος, Ford Escort
- Νταβλούρος – Βάσσου, Peugeot 205
- Καμπανιάρης – Γράβος, Nissan Micra
- Δημάκος – Φραγκούλης, Toyota Starlet

