Ημερολόγια ταξιδιών

 

Nordkapp – Αθήνα

 

Στο βορειότερο σημείο της Ευρώπης: Nordkapp (Βόρειο Ακρωτήριο).

22 ΜΑΙΟΥ – Nordkapp (Βόρειο Ακρωτήριο)

Είχε περάσει πια το μεσημέρι, όταν φτάσαμε στο τούνελ που συνδέει την ηπειρωτική Νορβηγία με το νησί Mageroya, πάνω στο οποίο βρίσκεται το Βόρειο Ακρωτήριο, το Nordkapp.

6.870 μέτρα είναι το τούνελ, που περνάει κάτω από τη θάλασσα (–90 μέτρα έδειξε το σχετικό όργανο του Land Cruiser στο κατώτερο σημείο).

Στην έξοδο μας περίμενε ευγενικότατη κυρία με το… “λογαριασμό”: τόσα το κάθε αυτοκίνητο, τόσα το κάθε άτομο — σχεδόν 180 ευρώ ήρθε ο λογαριασμός. Γκρινιάξαμε προς στιγμήν, αλλά στη συνέχεια σκεφτήκαμε ότι, αν δεν υπήρχε το τούνελ, θα θέλαμε φέρι μποτ, άρα περίπου τα ίδια θα μας στοίχιζε.

Μερικά χιλιόμετρα μετά αντικρίσαμε το μαγευτικό ψαροχώρι Honningsvag. Εδώ βρίσκονται όλα τα ξενοδοχεία, όπου καταλύουν όσοι σκοπεύουν να επισκεφθούν το Nordkapp, που βρίσκεται στο άλλο άκρο του νησιού, 34 χιλιόμετρα βορειότερα.

Η πρώτη δουλειά, φτάνοντας στο Honningsvag, ήταν ένα γερό φαΐ, καθώς είμαστε νηστικοί όλη μέρα, και στις 9 το «βράδυ» είχαμε προγραμματίσει την επίσκεψη στο Nordkapp. Ο Ηλίας, που κυνηγάει την τοπική κουζίνα και έχει δοκιμάσει ήδη όλη τη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής, είναι ενθουσιασμένος, αφού ανακαλύπτει ότι το εστιατόριο σερβίρει… φάλαινα. Οι υπόλοιποι περιοριζόμαστε σε πιο νορμάλ πράγματα.

Βγαίνουμε από το ξενοδοχείο στις 9, εφοδιασμένοι με σκούφους, γάντια και όλα τα σχετικά, αφού η θερμοκρασία έχει πέσει στους 5 βαθμούς και από τη θάλασσα έρχεται ένας παγωμένος αέρας, που σου κόβει την αναπνοή. Το Honningsvag είναι χτισμένο σε ένα σημείο που οι γύρω-γύρω λόφοι το προστατεύουν από τον καιρό, άρα λογικά, ανεβαίνοντας βορειότερα, τα πράγματα θα γίνουν πιο ζόρικα.

Παίρνουμε το δρόμο για το Βόρειο Ακρωτήριο και, δέκα χιλιόμετρα αργότερα, καθώς περνάμε και τον τελευταίο λόφο, οι συνθήκες απο δύσκολες, γίνονται… μαγικές.

Τα πάντα είναι χιονισμένα, η θερμοκρασία αγγίζει σχεδόν το μηδέν, φυσάει διαβολεμένα και, το κυριότερο, η ομίχλη είναι τόση που δεν βλέπεις ούτε σε δέκα μέτρα απόσταση.

Η ομίχλη είναι τόση που δεν βλέπεις ούτε σε δέκα μέτρα απόσταση

Μου έρχεται να βάλω τις φωνές. Έχω τρελαθεί από τη χαρά μου. Λίγο μετά συναντάμε ένα κοπάδι ταράνδους που βοσκάνε «βραδιάτικα». Σχεδόν μιάμιση ώρα χρειαστήκαμε για να καλύψουμε τα 34 χιλιόμετρα της διαδρομής.

Ξαφνικά βλέπω… διόδια. Και παρ’ όλη την ομίχλη, η ευγενική κοπελίτσα είναι εκεί, έτοιμη να μας φορολογήσει πάλι. Τι διόδια είναι όμως αυτά; Υπάρχει κανένα περίεργο τούνελ πάλι; Η απορία λύνεται σε λίγο. Δεν είναι διόδια, αλλά εισιτήριο εισόδου στο Βόρειο Ακρωτήριο! Άκου εισιτήριο για να δούμε τον βράχο! Καθώς βλέπει ότι τα έχουμε πάρει στο κρανίο, μας παρηγορεί: το εισιτήριο ισχύει για 24 ώρες, άρα μπορούμε να έρθουμε και αύριο το πρωί και θα μας δώσει family-tickets, για να πληρώσουμε λιγότερα.

Τελικά πληρώνουμε και προχωρούμε. Ο δρόμος τελειώνει σε κάτι απαγορευτικές μπάρες και αριστερά υπάρχει κάτι που μοιάζει με σπιτάκι και ένα οικόπεδο, που μοιάζει με πάρκινγκ. Στρίβουμε αριστερά και μπαίνουμε στο πάρκινγκ και αρχίζουμε να κόβουμε βόλτες, προσπαθώντας να καταλάβουμε πού πρέπει να πάμε: υποτίθεται ότι υπάρχει ένα ολόκληρο κτιριακό συγκρότημα ακριβώς μπροστά στο βράχο του Nordkapp. Δεν βλέπουμε τίποτε και ξαναγυρίζουμε στην κοπελίτσα που μας έκοψε τα εισιτήρια.

Ο καιρός αρχίζει να ανοίγει λίγο. Διακρίνεται αμυδρά και η μεταλλική σφαίρα του Nordkapp, που βρίσκεται 50 μέτρα πιο κει.

«Πού είναι τα κτίρια;»
«50 μέτρα μετά το πάρκινγκ».
«Ρε, μήπως δεν ξέρει αγγλικά; Τι πενήντα μέτρα, αφού δεν φαίνεται τίποτα».

Τελικά την ψήνουμε και παίρνουμε το διπλανό απαγορευμένο δρόμο, που συνεχίζει και μετά την μπάρα, που μας είχε σταματήσει πριν. Περνάμε την μπάρα, συνεχίζουμε ευθεία και… πέφτουμε πάνω στο κτίριο. Είναι τεράστιο και είναι πράγματι 50 μέτρα από το πάρκινγκ. Και δεν φαινόταν τίποτα με την ομίχλη.

Αποφασίζουμε ότι ένας καφές είναι ό,τι πρέπει για ανασύνταξη και ανακαλύπτουμε ότι οι Νορβηγοί έχουν κορώνες και δεν χαίρονται ιδιαίτερα όταν προσπαθείς να πληρώσεις με ευρώ.

Σύμφωνα με τους τουριστικούς οδηγούς, ακριβώς πάνω στο βράχο βρίσκεται ένα «αρχιτεκτόνημα»: μια τεράστια μεταλλική σφαίρα, που με τα χρόνια έχει γίνει κάτι σαν «ταυτότητα» για το Nordkapp. Πρέπει να είναι 50 μέτρα περίπου από την καφετέρια που καθόμαστε. Δεν φαίνεται όμως τίποτε.

Ο Ηλίας, εν τω μεταξύ, αποφασίζει να πάει βόλτα μέσα στην ομίχλη. Ας ελπίσουμε ότι θα ανοίξει ο καιρός. Να βγάλουμε καμιά φωτογραφία, να βρούμε και τον Ηλία. Ελπίζω να έχει και τίποτα συρματοπλέγματα στην άκρη, γιατί ο βράχος είναι 307 μέτρα ψηλός και, σε ορισμένα σημεία, τελείως κάθετος πάνω στη θάλασσα.

Αντί να ανοίξει όμως ο καιρός, σε λίγο αρχίζει να χιονίζει. Αποφασίζουμε ότι αυτό δεν πρέπει να το χάσουμε και, μελετώντας με προσοχή τα σχεδιαγράμματα του κτιρίου και του βράχου, βγαίνουμε έξω: ψόφος. Ταυτόχρονα φυσάει και ο αέρας είναι παγωμένος. Φτάνουμε, όμως, μέχρι την άκρη του βράχου και βρίσκουμε και τη μεταλλική σφαίρα. Ο Ηλίας άφαντος. Ευτυχώς έχει συρματοπλέγματα στην άκρη, όπως ήλπιζα.

Σε λίγο ο καιρός ανοίγει και βλέπουμε ότι υπάρχει πέρασμα δίπλα από το κτίριο, από όπου μπορούν να περάσουν και τα αυτοκίνητα. Ισως απαγορεύεται, βέβαια, αλλά ποιος θα μας δει; Λίγο μετά η φωτογράφιση έχει ολοκληρωθεί και πρέπει να είναι παγκόσμια επιτυχία, αφού δεν έχω δει πουθενά φωτογραφίες με αυτοκίνητα πάνω στο βράχο του Nordkapp.

Η “απαγορευμένη” φωτογράφιση: Τα δύο Land Cruiser στο βράχο του Nordkapp. Κανονικά απαγορεύεται η πρόσβαση αυτοκινήτων εδώ.

Η ευτυχία μας ολοκληρώνεται καθώς εμφανίζεται και… ο Ηλίας και μας ενημερώνει:
«Είναι απίστευτο, λοιπόν, πώς χάνεις τον προσανατολισμό σου μέσα στην ομίχλη. Όταν άνοιξε ο καιρός ανακάλυψα ότι περπάταγα στην τελείως αντίθετη κατεύθυνση. Νόμιζα ότι πήγαινα προς το κτίριο, ενώ κόντευα να φτάσω στην κοπέλα που βγάζει τα εισιτήρια».
Άγιο είχαμε.

Άνοιξε λίγο ο καιρός. Κοντεύει 11 η ώρα. Λες; Ας πιούμε άλλο ένα καφέ, μήπως γίνει το θαύμα και δούμε τελικά και τον ήλιο.

Μισή ώρα μετά αποφασίζουμε ότι ήρθε η ώρα να φύγουμε. Ο καιρός έχει ξανακλείσει, ψιλοχιονίζει και πρέπει να καλύψουμε πάλι τα 34 χιλιόμετρα μέσα στην ομίχλη.

Παίρνουμε το δρόμο του γυρισμού. Συναντάμε πάλι το κοπάδι των ταράνδων που βοσκάνε. Είναι μία μετά τα μεσάνυχτα και αυτοί είναι έξω και βοσκάνε. Είναι τρελοί οι τάρανδοι εδώ πάνω. Τρίτη μέρα που δεν καταφέρνουμε να δούμε τον ήλιο του μεσονυκτίου.

Λίγο μετά, στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, ονειρεύομαι:
«Είναι μεσάνυχτα. Είμαι στο βράχο του Nordkapp και… φοράω γυαλιά ηλίου. Ο ήλιος είναι εκτυφλωτικός».

Βόρειο Ακρωτήριο (Nordkapp)

Πόλος έλξης για τους ταξιδιώτες τα τελευταία χρόνια. Το επισκέπτονται το καλοκαίρι για να συναντήσουν τον Ήλιο του Μεσονυκτίου (που δεν δύει καθόλου για περίπου τρεις μήνες) ή το χειμώνα για να δουν το Πολικό Σέλας, τότε που ο ήλιος δεν εμφανίζεται καθόλου.

Είναι ένας απότομος βράχος με ύψος 307 μέτρα. Ονομάστηκε «North Cape» (Βόρειο Ακρωτήριο) από τον Άγγλο θαλασσοπόρο Ρίτσαρντ Τσάνσελορ, που αναζητούσε το βόρειο πέρασμα από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό Ωκεανό. Τη φήμη του, ωστόσο, την απέκτησε το 1873, όταν το επισκέφτηκε ο βασιλιάς Όσκαρ Β΄ της Νορβηγίας και Σουηδίας και συγκεντρώθηκαν εκατοντάδες πλοιάρια γύρω-γύρω, για να δουν το βασιλιά τους να «κατακτά» το βράχο. Την τελική ώθηση την έδωσε η επίσκεψη του βασιλιά του Σιάμ, Chulalongkorn, το 1907, που έλαβε τεράστια δημοσιότητα παγκοσμίως.

Σήμερα το επισκέπτονται περίπου 200.000 επισκέπτες το χρόνο, ενώ δίπλα ακριβώς στο βράχο λειτουργεί κτιριακό συγκρότημα που, εκτός από καφετέρια, εστιατόριο, μπαρ και κατάστημα με τουριστικά δώρα, διαθέτει παρεκκλήσι και γαμήλια σουίτα για όσους θελήσουν να παντρευτούν εδώ.

Από τις 11 Μαΐου μέχρι τις 31 Ιουλίου, ο ήλιος δεν δύει καθόλου και (όταν δεν έχει συννεφιά!) μπορείς να θαυμάσεις τον ήλιο του μεσονυκτίου, πόλο έλξης για όλους τους ταξιδιώτες.

Αντίστοιχα, από τις 19 Νοεμβρίου μέχρι τις 22 Ιανουαρίου, ο ήλιος δεν εμφανίζεται καθόλου.

Το διάστημα αυτό, όταν οι καιρικές συνθήκες το επιτρέπουν, στον ουρανό εμφανίζονται υπέροχα φωτεινά σχήματα, το φαινόμενο που εμείς λέμε πολικό σέλας (northern lights).

Το Nordkapp όμως δεν είναι στην πραγματικότητα το βορειότερο σημείο της Ευρώπης… Αυτό βρίσκεται στους «διπλανούς» βράχους του Knivskjelloden (71°11’08’). Η πρόσβαση γίνεται μόνο περπατώντας: 18 χλμ. για να πας και να έρθεις.

Όσοι το επιχειρούν έχουν τη δυνατότητα να γράψουν και το όνομά τους στο ειδικό βιβλίο της ομοσπονδίας περιπατητών του Knivskjelloden (δεν κάνω πλάκα), σαν απόδειξη ότι πράγματι πραγματοποίησαν το ταξίδι αυτό. Ο βράχος του Nordkapp είναι όμως πιο ελκυστικός και, από τη στιγμή που και ο βασιλιάς Όσκαρ τον επέλεξε για την επίσκεψή του, έκλεψε όλη τη δόξα.

«Το Nordkapp το είδαμε, δεν υπάρχει λόγος να ξαναπάμε, όμως στο Honningsvag ευχαρίστως ξαναπάω και μένω μια βδομάδα», ήταν ένα σχόλιο κατά την τελική ανασκόπηση του ταξιδιού. Τόσο ωραίο είναι το ψαροχώρι αυτό. (Η Δάφνη μοιάζει να συμφωνεί).

23 ΜΑΙΟΥ – Honningsvag – Tromso 610 χλμ.

Αρχίζει ο δρόμος της επιστροφής. Ανάμεικτα συναισθήματα. Σίγουρα η επιστροφή δεν συγκρίνεται σε γοητεία με τον «πηγαιμό». Απ’ την άλλη, βέβαια, καθώς εμείς γυρίζουμε από τελείως διαφορετικό δρόμο, θα έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τη μαγεία των θρυλικών νορβηγικών φιόρδ. Θα διασχίσουμε τη χώρα των Βίκινγκς.

Ο δρόμος είναι παραλιακός, στριφογυρίζει συνέχεια γύρω από τα εκατοντάδες φιόρδ και βομβαρδίζει τον επισκέπτη με εικόνες μοναδικής ομορφιάς.

Πριν ξεκινήσουμε, κάνω μια στάση στην τράπεζα του Honningsvag για να πάρω κορόνες, μια και οι Νορβηγοί δεν ενθουσιάζονται όταν βλέπουν ευρώ. Δίνω στην ευγενική υπάλληλο 1.000 ευρώ και μαζί μερικά λιθουανικά και εσθονικά λεφτά, που μου έχουν περισσέψει. Αρχίζει να ψάχνεται. Το computer της δεν έχει ούτε τα λιθουανικά ούτε τα εσθονικά. Εμφανίζεται και ένας προϊστάμενος για να βοηθήσει την κατάσταση. Άκρη δεν βγαίνει όμως.

Σε λίγο, και καθώς βλέπω ότι καθυστερούμε, τους λέω να μου αλλάξουν μόνο τα ευρώ. Αρχίζει νέος κύκλος διαβουλεύσεων. Τα κοιτάζουν στο φως και μιλάνε μεταξύ τους ψιθυριστά. Είναι σαφές ότι φοβούνται μήπως είναι πλαστά. Για μια ακόμη φορά το «περίεργο» δρομολόγιο που ακολουθήσαμε για να φτάσουμε έως εδώ, μας δημιουργεί ταλαιπωρία.

Κάποια στιγμή φεύγω, παίρνοντας τα λιθουανικά και εσθονικά λεφτά πίσω, μαζί με τις νορβηγικές κορόνες που αντιστοιχούν σε 1.000 ευρώ. Δεν βαριέσαι, τα αλλάζω στην Αθήνα, σκέφτομαι. Σωστά; (Λάθος: ούτε στην Αθήνα η τράπεζά μου τα εξαργύρωσε. Το περίεργο είναι, βέβαια, ότι Λιθουανία και Εσθονία είναι από τα νέα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά την τελευταία διεύρυνση που υπογράφτηκε πρόσφατα στη Στοά του Αττάλου, στην Αθήνα).

Αφού πληρώνουμε ξανά τα γνωστά πλέον 180 ευρώ, περνάμε πάλι από το τούνελ του Nordkapp με κατεύθυνση το ψαροχώρι Ρέπβαγκ, που βρίσκεται καμιά τριανταριά χιλιόμετρα παρακάτω και που όλοι οι ταξιδιωτικοί οδηγοί θεωρούν σαν «must see». Λίγο μετά όμως συναντάμε την… αλεπού.

Η αλεπού, σε απόσταση 5–6 μέτρων από τα αυτοκίνητα

Ένα από τα απόλυτα χάι-λάιτ του ταξιδιού. Η αλεπού, σε απόσταση 5–6 μέτρων από τα αυτοκίνητα, κινείται χωρίς να βιάζεται στο πλάι του δρόμου, αγνοώντας μας τελείως. Αυτό συνεχίστηκε για 3–4 χιλιόμετρα, ενώ κάποια στιγμή πέρασε το δρόμο, πήγε απέναντι, σαν να έψαχνε κάτι, και ξαναγύρισε. Λίγο μετά βρήκε κάτι και άρχισε να το τρώει και ήταν η μόνη στιγμή που η ματιά της γύρισε προς το μέρος μας, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι το φαγητό της δεν κινδυνεύει από εμάς.

Μετά από μια σύντομη στάση στο Ρέπβαγκ (που δεν άξιζε και τίποτα τελικά), συνεχίζουμε για Άλτα.

Στο μισο-παγωμένο ποτάμι, στην Αλτα

Ο δρόμος στριφογυρίζει δίπλα σε ένα μισοπαγωμένο ποτάμι και το θέαμα είναι πραγματικά μοναδικό, καθώς κάθε τόσο μικροί καταρράχτες προστίθενται στο σκηνικό. Τα πρώτα «βουναλάκια» έχουν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους και αυτό συνοδεύεται από ολοένα περισσότερες χιονισμένες περιοχές.

Βρίσκουμε επιτέλους και την πρώτη τελείως παγωμένη λίμνη. Σταματάμε για φωτογράφιση δίπλα της, με στόχο και μια βόλτα πάνω στον πάγο με τα πόδια, όμως η πλαγιά από το δρόμο μέχρι τη λίμνη είναι πολύ απότομη και μας χαλάει τα σχέδια.

Στην Άλτα κάνουμε μια σύντομη στάση στην προστατευόμενη από την UNESCO περιοχή, όπου έχουν βρεθεί σκαλίσματα στους βράχους, που δείχνουν ανθρώπους να κυνηγάνε ή να ψαρεύουν και μερικά από τα οποία έχουν ηλικία μεγαλύτερη των 6.000 ετών. Τα σκαλίσματα επιβεβαιώνουν ότι πράγματι η περιοχή κατοικείται από τους Sami, αυτούς που εμείς λέμε Λάπωνες, εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Αμέσως μετά την Άλτα ο δρόμος γίνεται παραλιακός και αρχίζουν τα φιόρδ. 400 χιλιόμετρα είναι η διαδρομή από την Άλτα μέχρι το Τρόμσο, την πρωτεύουσα της Βόρειας Νορβηγίας, το Παρίσι του Βορρά, όπου μείναμε για το βράδυ. 400 χιλιόμετρα στενού, στριφογυριστού δρόμου, με μαγική θέα.

Στις 9 περίπου το βράδυ φτάνουμε στο Τρόμσο και

Στο Τρόμσο, ο ουρανός είναι καθαρός, ο ήλιος λάμπει. Σήμερα ο ήλιος του μεσονυκτίου δεν μας ξεφεύγει με τίποτα.

Κάνουμε μια βόλτα στην πόλη και γυρίζουμε κατά τις 10 στο ξενοδοχείο, να φάμε. Το εστιατόριο κλειστό.
«Ξέρετε», μας λένε, «εμείς εδώ στη Νορβηγία τρώμε νωρίς. Δεν θα βρείτε κανένα εστιατόριο ανοιχτό».

Και πού θα φάμε; Στο Burger King ή σε μια πιτσαρία που βρίσκεται στο υπόγειο του απέναντι ξενοδοχείου και μένει ανοιχτή μέχρι τις 12. Τελικά η πιτσαρία ήταν σούπερ και βγαίνουμε από ’κει λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Ο ήλιος φωτίζει τον απέναντι λόφο, αν και εμείς δεν μπορούμε να τον δούμε, αφού ένα μικρό ύψωμα που βρίσκεται δυτικά από το Τρόμσο μας τον κρύβει. Δεν βαριέσαι. Η εικόνα που έχουμε μπροστά μας, με τον απέναντι λόφο λουσμένο στο φως του ήλιου λίγο μετά τα μεσάνυχτα, είναι υπεραρκετή. Βγάζουμε φωτογραφίες και βγαίνουμε βόλτα στην πόλη. Ο κόσμος είναι στους δρόμους, καθώς μπαρ και καφετέριες είναι γεμάτα κόσμο που ακούει μουσική και απολαμβάνει το ποτό του.

24 ΜΑΙΟΥ – Tromso – Mo-i-Rana 662 χλμ.

Το ταξίδι συνεχίζεται την επομένη το πρωί. Ο δρόμος εξακολουθεί να στριφογυρίζει ανάμεσα στα φιόρδ

Κάθε τόσο ο δρόμος διακόπτεται και πρέπει να μπεις στο φέρι μποτ, για να συνεχίσεις. Μικρές κρουαζιέρες ανάμεσα στα φιόρδ.

Η θερμοκρασία έχει τεράστιες διακυμάνσεις, ανάλογα με το υψόμετρο. Κάποια στιγμή φτάνουμε στους 19 βαθμούς, ενώ όταν φτάνουμε στο υψίπεδο, που ο δρόμος διασχίζει πάλι τον αρκτικό κύκλο, τα πάντα είναι χιονισμένα και η θερμοκρασία πέφτει στους 3–4 βαθμούς.

Ο δρόμος συναντάει τον αρκτικό κύκλο σε ένα υψίπεδο και το χιόνι τις περασμένες εβδομάδες έφτανε μέχρι το ύψος του τζιπ, όπως βλέπουμε και στη φωτογραφία.

Περνάμε από το Νάρβικ. Εδώ οι Γερμανοί, που είχαν καταλάβει τη Νορβηγία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, είχαν μια μεγάλη – γνωστή από διάφορες κινηματογραφικές ταινίες – βάση υποβρυχίων. Κάποια στιγμή λοιπόν η πόλη ισοπεδώθηκε τελείως ύστερα από ανηλεή συμμαχικό βομβαρδισμό. Αποτέλεσμα: αν μιλήσεις σήμερα σε κάποιο μεγάλο σε ηλικία κάτοικο του Νάρβικ, είναι έξαλλος και με τους δύο. Όπως είναι λογικό.

Κάνουμε μια σύντομη στάση στο σημείο που ο δρόμος διασχίζει πάλι τον αρκτικό κύκλο και φτάνουμε στο Mo-i-Rana, μια μικρή πόλη, κόμβο για όσους ταξιδεύουν. Η ώρα είναι περασμένες εννέα και δεν κυκλοφορεί ψυχή έξω. Τα ξενοδοχεία είναι όμως όλα γεμάτα. Ύστερα από πολύ ψάξιμο, μας στέλνουν στο hotel… Lucy. Μισογκρεμισμένο απ’ έξω, μισοσβησμένη η ταμπέλα του, μπαίνουμε μέσα έτοιμοι να «υποφέρουμε».

Και έρχεται η έκπληξη. Μέσα μόλις έχει τελειώσει η ανακαίνιση. Είναι όλα καινούρια, πεντακάθαρα και, απ’ ό,τι αποδεικνύεται, έχει από τα πιο άνετα κρεβάτια που συναντήσαμε σ’ ολόκληρο το ταξίδι. Κάτι απολύτως απαραίτητο, ύστερα από το δωδεκάωρο σημερινό οδήγημα.

25 MAIOY Mo-i-Rana – Oslo 1009 χλμ.

Χίλια χιλιόμετρα χωρίζουν το Όσλο από τον αρκτικό κύκλο και, παρ’ όλη την καταπληκτική φύση, την παράσταση κέρδισε η γκρίνια για το δρόμο, που ήταν πολύ στενός και με συνεχές στροφιλίκι. Μια ειδική διαδρομή 1.000 χλμ. Μας εξουθένωσε.

«Απίστευτο» το οδικό δίκτυο της Νορβηγίας: Χιλιάδες χιλιόμετρα «επαρχιακού» δρόμου, με καλό μεν οδόστρωμα, αλλά μία λωρίδα μόνο κυκλοφορίας και μάλιστα πολύ στενή: φοβάσαι όταν διασταυρώνεσαι με άλλο αυτοκίνητο. Που και που, μάλιστα, ο δρόμος διακόπτεται και μπαίνεις σε φέρι μποτ για να πας απέναντι και να συνεχίσεις τη διαδρομή σου. Και μιλάμε για ένα δρόμο που συνδέει τις σπουδαιότερες πόλεις της Νορβηγίας με το Όσλο.

Ταυτόχρονα, βέβαια, είναι εντυπωσιακό το πόσο λίγα αυτοκίνητα κυκλοφορούν. Μοιάζει σαν να μην αρέσει στους Νορβηγούς να ταξιδεύουν. Ακόμα πιο πολύ με εντυπωσίασε το πόσο «πειθαρχημένοι» είναι οι Νορβηγοί. Κομβόι ολόκληρο αυτοκινήτων να ακολουθεί το ένα το άλλο, σε σημείο που, βλακωδώς, το όριο ήταν 80 χλμ./ώρα, ενώ τόσο η ορατότητα όσο και το πλάτος του δρόμου «επέβαλαν» το προσπέρασμα.

— «Και οι Βίκινγκς ήταν πειρατές;»
— «Ναι».
— «Και σου φαίνονται αυτοί τώρα για απόγονοι πειρατών;»

Η απάντηση ήρθε λίγο αργότερα, από τα βιβλία μας. Στους Βίκινγκς, λέει, υπήρχαν τρεις τάξεις. Η ανώτερη, που απαρτιζόταν από αυτούς που ταξίδευαν και πολεμούσαν. Η μεσαία, που δεν ταξίδευε αλλά φρόντιζε τα κοινά. Και η κατώτερη, που απαρτιζόταν από τους άλλους λαούς που είχαν κατακτηθεί από τους Βίκινγκς και έρχονταν σαν σκλάβοι, για να βοηθάνε στις καθημερινές δουλειές.

Και πώς τελείωσε η εποχή των Βίκινγκς;
Ταξίδευε-ταξίδευε, πολέμα-πολέμα, η ανώτερη τάξη, με τους «πειρατές», «τελείωσε». Και μείνανε στη Νορβηγία οι άλλες δύο τάξεις.

Γι’ αυτό οδηγούν έτσι!

(Ελπίζω να μην το διαβάσει κανένας Νορβηγός αυτό, γιατί δεν αντιπροσωπεύει σε καμία περίπτωση τη γνώμη μας για τη χώρα. Ίσα-ίσα που, σε ψηφοφορία που κάναμε στο τέλος του ταξιδιού, το Όσλο βγήκε η καλύτερη πόλη από όσες επισκεφθήκαμε, το μέρος που θα θέλαμε να ζήσουμε, αν αποφασίζαμε να αλλάξουμε διαμονή. Το λατρέψαμε το Όσλο.)

Φεύγουμε από το Mo-i-Rana πρωί-πρωί, καθώς αποφασίζουμε να μην σταματήσουμε στο Τροντχάιμ, όπως ήταν ο αρχικός σχεδιασμός, αλλά να πάμε κατευθείαν στο Όσλο και να μείνουμε μια μέρα επιπλέον εκεί. Αυτό, βέβαια, σημαίνει 1.000 χιλιόμετρα οδήγησης για σήμερα. Από ’δω και κάτω όμως ο δρόμος εγκαταλείπει την παραλία, άρα αναμένεται να έχει πολύ λιγότερο στροφιλίκι, ενώ από το Τροντχάιμ και κάτω λογικά πρέπει να είναι αυτοκινητόδρομος, μιας και το Τροντχάιμ είναι μια από τις σημαντικότερες νορβηγικές πόλεις.

Τα πράγματα εξελίσσονται, όμως, τελείως διαφορετικά. Ο δρόμος έχει πολλές στροφές, μία λουρίδα σε κάθε κατεύθυνση και είναι τόσο στενός, που τρομάζεις όταν διασταυρώνεσαι με αυτοκίνητο που έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Χρειαστήκαμε έξι ώρες για να καλύψουμε non-stop τα 500 χιλιόμετρα μέχρι το Τροντχάιμ. Κάνουμε μια γρήγορη στάση για βενζίνη και σάντουιτς και συνεχίζουμε για Όσλο, αφού θέλουμε 500 χιλιόμετρα ακόμη και δεν είμαστε καθόλου σίγουροι ότι ο δρόμος θα βελτιωθεί.

Η φύση, βέβαια, συνεχίζει να είναι μαγευτική. Λίγο πριν το Τροντχάιμ βγήκαμε πάλι κοντά στη θάλασσα και είδαμε μερικά καταπληκτικά φιόρδ, ενώ κάθε τόσο συναντάμε μικρούς, πανέμορφους καταρράκτες. Έχουμε απομακρυνθεί αρκετά πλέον από το Τροντχάιμ, όταν μπαίνουμε σε μια περιοχή που λέγεται η κοιλάδα των Βίκινγκς. Έχει μήκος καμιά ογδονταριά χιλιόμετρα και εδώ βρίσκονταν αρκετά από τα χωριά των Βίκινγκς, καθώς τα βουνά αριστερά και δεξιά έδιναν προστασία από τον καιρό, ενώ το ποτάμι που κυλάει στη μέση της κοιλάδας θα τους προσέφερε νερό, ίσως και ψάρια.

Ο Παγωμένος καταρράκτης. Απο τα highlights του ταξιδιού

Εδώ συναντήσαμε και το μεγάλο καταρράκτη, που η φωτογραφία του κυριαρχεί στις σελίδες αυτές και θεωρώ από τα πιο σημαντικά που είδαμε στο ταξίδι αυτό. Λίγο μετά φτάνουμε στο Λιλεχάμερ, που έχει φιλοξενήσει δύο χειμερινές Ολυμπιάδες. Ίσως γι’ αυτό από ’δω και κάτω υπάρχει αυτοκινητόδρομος· έτσι διασχίζουμε άνετα τα τελευταία 180 χιλιόμετρα της σημερινής μέρας και φτάνουμε στο πανέμορφο Όσλο.

Όπως μπορείτε να διαβάσετε και στην εισαγωγή, είμαστε όλοι έξαλλοι με το οδικό δίκτυο της Νορβηγίας. Μπροστά του το επαρχιακό δίκτυο της Τρανσυλβανίας, στη Ρουμανία, που διασχίσαμε την τρίτη μέρα του ταξιδιού, είναι αυτοκινητόδρομος. Το οδόστρωμα, βέβαια, είναι τέλειο, αλλά ο δρόμος είναι πολύ στενός και το στροφιλίκι… ακατάπαυστο.

Είναι σίγουρο ότι δεν αρέσει στους Νορβηγούς να ταξιδεύουν με αυτοκίνητο· σε διαφορετική περίπτωση το οδικό τους δίκτυο δεν θα ήταν αυτής της μορφής, καθώς μάλιστα η Νορβηγία, μετά την ανακάλυψη πετρελαίων στη Βόρεια Θάλασσα, είναι μια εξαιρετικά πλούσια χώρα. Μετά από αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο που υπάρχουν ένα σωρό διάσημοι Φινλανδοί και Σουηδοί ράλλυμεν, αλλά όχι Νορβηγοί. Τίποτα δεν είναι τυχαίο, τελικά.

Οι Βίκινγκς.

Xίλια διακόσια περίπου χρόνια πριν, οι Βίκινγκς ξεκινώντας από τη Σκανδιναβία, έσπειραν τον τρόμο και τον πανικό σ’ όλη την Ευρώπη. Για περισσότερα από 200 χρόνια (800-1050 μ.Χ.) θεωρούνταν σαν άγριοι και άσπλαχνοι πειρατές. Αυτή όμως δεν είναι όλη η ιστορία, αφού οι Βίκινγκς εκτός από πειρατές, ήταν και έμποροι, αλλά και εκείνοι που αποίκισαν ένα σωρό νέες περιοχές και ίδρυσαν νέες πόλεις.

Οι Βίκινγκς ταξίδεψαν με τα πλοία τους, από την Κασπία Θάλασσα στην ανατολή, μέχρι την Αμερική στη Δύση και τη Μεσόγειο Θάλασσα στο νότο.

Η εποχή των Βίκινγκς είναι μια περίοδος, που ολόκληρος ο κόσμος επηρεάστηκε από τους Σκανδιναβούς κατακτητές, που άφησαν τα σημάδια τους, σ’ όλες τις χώρες, στις οποίες έφτασαν. Σαν αποτέλεσμα, όμως, της εξόρμησης αυτής και οι ίδιοι υπέστησαν διάφορες επιρροές, θρησκευτικές και άλλες, για να φτάσουν στον 11ο αιώνα, που η δύναμή στις χώρες της Σκανδιναβίας πέρασε στα χέρια των βασιλέων, αλλά και της εκκλησίας, καθώς είχαν εν τω μεταξύ ασπαστεί τον Χριστιανισμό.

Το μεγάλο όπλο των Βίκινγκς ήταν τα πανάλαφρα πλοία τους (το ειδικό μουσείο στο Όσλο, φιλοξενεί δύο από αυτά, που βρέθηκαν σχετικά πρόσφατα). Η εποχή των Βίκινγκς αρχίζει ουσιαστικά όταν τελειοποιούν την τεχνική τους στην κατασκευή των συγκεκριμένων πλοίων, που είναι ταχύτατα, αλλά και τόσο ελαφριά, που τους δίνουν τη δυνατότητα να τα τραβάνε στη στεριά, όταν φτάνουν στον προορισμό τους και να οργανώνουν στη συνέχεια τις επιδρομές τους αιφνιδιαστικά, πιάνοντας κυριολεκτικά στον ύπνο τους πάντες.

Η προς τη δύση εξάπλωσή τους περιλαμβάνει τη δημιουργία αποικιών στα νησιά Φερόες, στην Ισλανδία (870 μ.Χ.), τη Γροιλανδία (985 μ.Χ.), ενώ έχει πλέον επιβεβαιωθεί, με σχετικά αρχαιολογικά ευρήματα ότι ο Λεβ Έρικσον, ήταν ο πρώτος που έφτασε στην Αμερική γύρω στο 1000 μ.Χ., για να αναγκαστεί να επιστρέψει στη Γροιλανδία, σ’ ένα ή δυο χρόνια, ύστερα απο συνεχείς επιθέσεις των ιθαγενών κατοίκων της Αμερικής.

Εκείνο όμως που έσπειρε πραγματικά τον τρόμο, ήταν οι επιθέσεις τους εναντίον της Δυτικής Ευρώπης. Τα πλοία τους μπορούσαν να πλέουν και σε πολύ ρηχά νερά κι αυτό τους έδινε τη δυνατότητα να ταξιδεύουν και στα ποτάμια και να φτάσουν μέχρι το Λονδίνο, αλλά και το Παρίσι.

Η επέκτασή τους ξεκίνησε από τον 8ο αιώνα, όταν έφτασαν στα Βρετανικά νησιά και εγκαταστάθηκαν στο βόρειο τμήμα τους, καταλαμβάνοντας μεγάλα τμήματα της Σκοτίας, της Ιρλανδίας, αλλά και της Αγγλίας. (Το Δουβλίνο, η πρωτεύουσα της Ιρλανδίας, είναι πόλη που ίδρυσαν οι Βίκινγκς). Η σημερινή Ολλανδία, αλλά και στη Γαλλία, η Νορμανδία (δηλαδή η χώρα των ανθρώπων από το Βορρά), ανήκουν στις περιοχές που κατοικήθηκαν από τους Βίκινγκς, κατά τη διάρκεια της ίδιας επέκτασης.

Προς την Ανατολική Ευρώπη οι Βίκινγκς κινήθηκαν, κυρίως, σαν έμποροι και χρησιμοποιώντας τους ποταμούς, διέσχιζαν ολόκληρη τη Ρωσία, φτάνοντας μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και το Βυζάντιο, αλλά και την Κασπία Θάλασσα, ακόμη ανατολικότερα.

Ο δράκος. Οι Βίκινγκς θεωρούσαν το πλοίο, σαν ένα τεράστιο ζώο, με κεφάλι και ουρά ερπετού.

Τίποτα απ’ αυτά δεν θα είχε γίνει αν τον 8ο αιώνα οι Βίκινγκς δεν είχαν εξελίξει την ικανότητα τους να κατασκευάζουν πλοία, σε τέτοια θαυμαστά επίπεδα. Πανάλαφρες κατασκευές, που δεν ξεπερνούσαν τα 25 μέρα σε μήκος, μετέφεραν λίγα σχετικά άτομα, ήταν ταχύτατα, ενώ η έλλειψη καρίνας τους έδινε τη δυνατότητα να πλέουν σε πολύ ρηχά νερά, άρα να εισχωρούν δια μέσου των ποταμών στην ενδοχώρα και ταυτόχρονα αυτά τα ίδια πλοία να έχουν τη δυνατότητα να διασχίσουν τον Ατλαντικό και να φτάσουν μέχρι την Αμερική. Σίγουρα ο μεγάλος Θεός τους Οντίν, αλλά και ο γιος του ο Θωρ, ο Θεός του πολέμου, είχαν βάλει το χέρι τους

26 ΜΑΙΟΥ – Oslo

Μείναμε μία ολόκληρη μέρα στο Όσλο και ήταν αρκετή για να ερωτευτούμε την πόλη αυτή, τόσο για την ομορφιά της όσο και για την ηρεμία της. Είδαμε το «Κον-Τίκι», το πλοίο από πάπυρο με το οποίο ο Thor Heyerdahl διέσχισε τον Ατλαντικό, για να αποδείξει ότι οι ομοιότητες που έχουν βρεθεί σε ευρήματα στη Νότιο Αμερική και στην Αφρική οφείλονταν στο ότι οι λαοί ταξίδευαν από τη μία άκρη του Ατλαντικού μέχρι την άλλη, εκατοντάδες χρόνια πριν τον Κολόμβο. Είδαμε και το «Φραμ», το πλοίο με το οποίο ο Αμούνδσεν έφτασε πρώτος στο Νότιο Πόλο, είδαμε και το μουσείο που φιλοξενεί τα πλοία των Βίκινγκς και τελειώσαμε την ημέρα μας στο μαγευτικό πάρκο Vigeland.

Το μαγευτικό πάρκο Vigeland

Το πάρκο Vigeland, με περισσότερα από 200 αγάλματα αλλά και καλλιτεχνικές δημιουργίες, σαν τον Μονόλιθο που φαίνεται στο βάθος, είναι πόλος έλξης για όλους τους επισκέπτες, αλλά και για τους μόνιμους κατοίκους του Όσλο.

27 MAIOY Oslo – Κοπεγχάγη 700 χλμ.

Το Όσλο είναι και το ουσιαστικό τέλος του ταξιδιού. Ο Γιάννης με τον Ηλία φεύγουν με το τρίθυρο Land Cruiser, κάνουν μία στάση για ύπνο χίλια χιλιόμετρα παρακάτω, στο Αμβούργο, και μία ακόμη ύστερα από χίλια διακόσια ακόμη χιλιόμετρα στο Κόμο, λίγο έξω από το Μιλάνο, και την επομένη παίρνουν το Super Fast από Αγκόνα για Πειραιά.

Φεύγουν και η Δανάη με την Δάφνη.

Οι υπόλοιποι τέσσερις μένουμε με το πεντάθυρο Land Cruiser, έχοντας προγραμματίσει ένα λίγο πιο άνετο πρόγραμμα: Κοπεγχάγη, Βερολίνο, Δρέσδη, απ’ όπου ο Dietmar με τη Μαρί θα νοίκιαζαν αυτοκίνητο για Βουδαπέστη και εμείς θα συνεχίζαμε Ίνσμπρουκ και κατευθείαν Ανκόνα.

Αστραπιαία ήταν, την επόμενη, η επίσκεψή μας στην Κοπεγχάγη, αφού έπρεπε να διανύσουμε και τα 700 χιλιόμετρα που τη χωρίζουν από το Όσλο. Φτάσαμε λίγο πριν τη δύση του ηλίου και ίσα-ίσα προλάβαμε να δούμε το σήμα κατατεθέν της πόλης, τη γοργόνα του Άντερσεν.

Η γοργόνα απο τα παραμύθαι του Αντερσεν, σήμα κατατεθέν της Κοπεγχάγης

Και το Τίβολι, το μεγαλύτερο λούνα-παρκ του κόσμου. Ένα τεράστιο πάρκο με περισσότερα από 30 εστιατόρια και κάθε είδους παιχνίδια για μικρούς και μεγάλους.

28 ΜΑΙΟΥ – Κοπεγχάγη – Βερολίνο 550 χλμ.

Εκατόν πενήντα χιλιόμετρα πιο κάτω, μπαίνεις υποχρεωτικά σε φέρι μποτ, αφού η Κοπεγχάγη είναι χτισμένη σε νησί και μιάμιση ώρα αργότερα είσαι στη Γερμανία, λίγο βορειότερα από το Αμβούργο.

Κάνουμε μια στάση στο πολύ ωραίο Λιούμπεκ και φεύγουμε για Βερολίνο και το Hyatt, που είναι κτισμένο ακριβώς στο κέντρο.

Ταλαιπωρηθήκαμε για να φτάσουμε, αφού την πάτησα με το σύστημα πλοήγησης του αυτοκινήτου. Με ρώτησε, αν θέλω να διαλέξει τον αυτοκινητόδρομο ή την “συντομότερη” διαδρομή και διάλεξα το δεύτερο. Και περάσαμε όλα τα χωριουδάκια και τα στενοσόκακα της Γερμανίας. Κάναμε τουλαχιστον μιάμιση ώρα παραπάνω.

Η Marie μαζί μας στο Βερολίνο.

29 ΜΑΙΟΥ – Βερολίνο – Δρέσδη – Ινσπρουκ 800 χλμ.

Εντυπωσιάζομαι από το μέγεθος του Βερολίνου — είναι πραγματικά τεράστιο. Το Τείχος του Βερολίνου, που κατασκευάστηκε το 1961 και περιέκλειε όλο το δυτικό τομέα, είχε μήκος 155 χιλιόμετρα. Τεράστιες λεωφόροι και πολύ πράσινο. Η πιο πράσινη πόλη που έχω δει.

Από το τείχος του Βερολίνου σώζονται δύο μικρά κομμάτια. Το ένα, απέναντι από ένα μουσείο του τείχους που έχει δημιουργηθεί, δείχνει το τείχος με όλα τα «κομφόρ» του. Πίσω από το κυρίως τείχος, που είναι ένας τσιμεντένιος τοίχος με ύψος 3,50 μέτρα και πάχος περίπου 15 εκατοστά, υπήρχε μια νεκρή ζώνη με πλάτος περίπου 15 μέτρα, όπου συστήματα ανίχνευσης κίνησης ενεργοποιούσαν, σε οποιαδήποτε κίνηση, πυροβόλα όπλα που «γάζωναν» την περιοχή. Μετά τη νεκρή ζώνη υπήρχε ένας ασφαλτοστρωμένος διάδρομος που χρησιμοποιούσαν οι φρουροί για να κυκλοφορούν και, τέλος, ένας ακόμη λεπτότερος και χαμηλότερος τοίχος, που έκοβε την πρόσβαση αλλά και την οπτική επαφή.

Στο τείχος του Βερολίνου

Περισσότερο καλλιτεχνικό είναι το δεύτερο σημείο όπου υπάρχει τείχος, που δεν έχει κατεδαφιστεί. Έχει μήκος περισσότερο από ένα χιλιόμετρο και είναι γεμάτο με κάθε είδους γκράφιτι, ανάμεσα στα οποία και το φιλί του Μπρέζνιεφ με τον Κινέζο πρόεδρο, που φαίνεται στη φωτογραφία.

Ένα μικρό κομμάτι του τείχους του Βερολίνου, που δεν έχει γκρεμιστεί, φιλοξενεί ένα διάσημο γκράφιτι. Ο Μπρέζνιεφ φιλάει στο στόμα τον Κινέζο πρόεδρο

Την επόμενη μέρα, στη Δρέσδη, ανακαλύψαμε τον «Pheidias, Iktinos και Praxitelis» σ’ ένα από τα κεντρικά κτίρια μιας πανέμορφης πόλης, της Φλωρεντίας του Βορρά. Η ομορφιά της είχε γίνει σεβαστή μέχρι το τέλος σχεδόν του πολέμου, όταν οι σύμμαχοι αποφάσισαν ότι, για να τσακίσουν και την τελευταία διάθεση για αγώνα των υποχωρούντων Γερμανών, πρέπει να χτυπήσουν εκεί που πραγματικά θα πονέσει. Και ισοπέδωσαν κυριολεκτικά την πανέμορφη αυτή πόλη.

Ευτυχώς, στα χρόνια που ακολούθησαν και ενώ η πόλη βρισκόταν στην Ανατολική Γερμανία, αποφασίστηκε να μην χτίσουν νέα «σύγχρονα» κτίρια στη θέση των αριστουργημάτων που ισοπεδώθηκαν, αλλά να αφήσουν τα ερείπια να θυμίζουν στους λαούς τα δεινά του πολέμου.

Έτσι τώρα, από το 1991 και μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, ένα-ένα τα παλιά κτίρια δημιουργούνται πάλι από την αρχή, στη μορφή που είχαν πριν το βομβαρδισμό. Η ανοικοδόμηση προχωράει, βέβαια, πολύ αργά· το αποτέλεσμα όμως σίγουρα είναι εντυπωσιακό. Χρησιμοποιούνται οι ίδιες πέτρες και, για να συγκεντρωθούν τα απαραίτητα κονδύλια, έδωσαν τη δυνατότητα σε όποιον ήθελε να «αγοράσει» πέτρες.

Κάπου εδώ έχει αγοράσει και ο Dietmar μια πέτρα (στον κεντρικό καθεδρικό ναό, που θα ολοκληρωθεί το 2006) και, καθώς τελικά χρειάστηκε να φύγει μία μέρα νωρίτερα, μας είχε αναθέσει να περάσουμε να επισκεφτούμε την πέτρα του.

Στη Δρέσδη, την Φλωρεντία του Βορρά

Στο ποτάμι Ελβας, που διασχίζει την Δρέσδη

 

Το βράδυ μείναμε στο Ίνσμπρουκ

30 ΜΑΙΟΥ Ινσπρουκ – Ανκόνα 600 χλμ.

Την επομένη, ύστερα από μία ατελείωτη ταλαιπωρία (βλέπε «εισαγωγή»), φτάσαμε στην Ανκόνα, ύστερα από 11.800 συνολικά χιλιόμετρα και αφού χρειάστηκε να διασχίσουμε 16 χώρες — δέκα έξι και μισή στην πραγματικότητα, όπως λέμε αστειευόμενοι μεταξύ μας. Κι αυτό γιατί στα σύνορα Εσθονίας – Ρωσίας βγήκαμε από την Εσθονία, αλλά δεν περάσαμε το συνοριακό φυλάκιο της Ρωσίας, που ήταν 100 μέτρα πιο πέρα· λίγο πριν φτάσουμε εκεί κάναμε μεταβολή και ξαναμπήκαμε στην Εσθονία. Πήραμε το φέρρυ και επιστρέψαμε Ελλάδα.