Ταίναρο – Nordkapp

Απο το νοτιότερο άκρο της Ευρώπης, το Ταίναρο, στο βορειότερο, το Nordkapp. Διασχίσαμε 16 χώρες, οδηγώντας 12.000 χλμ, για να φτάσουμε στο Nordkapp και να επιστρέψουμε.
Θέλουμε 4 ώρες ακόμα για να φτάσουμε στην Πάτρα. Είναι Κυριακή πρωί, 1 Ιουνίου και το Superfast από την Αγκόνα, ανέλαβε από χτες το βράδυ να καλύψει τα τελευταία χιλιόμετρα του μεγάλου αυτού ταξιδιού.
Σκόπευα να γράψω αυτό το κείμενο χτες το βράδυ εν θερμώ. Βρέθηκα να κοιμάμαι όμως από τις 11, καθώς μας τσάκισε η κίνηση, στο κομμάτι της Autostrada γύρω από την Μπολόνια. Τρεις ώρες για 30 χιλιόμετρα. Έτσι φτάσαμε στην Ανκόνα με την ψυχή στο στόμα, 5 λεπτά πριν φύγει το καράβι και αφού χρειάστηκε ένα πραγματικό σιρκουί μέσα στους δρόμους της (18 χιλιόμετρα είναι η διαδρομή, από την ώρα που αφήνεις την Autostrada, μέχρι να φτάσεις στο λιμάνι). Τελευταίο αυτοκίνητο που επιβιβάστηκε στο Superfast ήταν το δικό μας Land Cruiser.
11.800 χιλιόμετρα έγραψε το κοντέρ μέχρι τώρα.
20 μέρες πριν, Κυριακή 11 Μαΐου, ξεκινήσαμε από το ακρωτήριο Ταίναρο, το νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ευρώπης. 10 μέρες, 6.800 χιλιόμετρα και 11,5 (έντεκα και μισή!) χώρες αργότερα φτάσαμε στο Nordkapp, το Βόρειο Ακρωτήριο, το βορειότερο άκρο της Ευρώπης.

Τα 2 Land Cruiser στο Nordkapp
Χρειάστηκαν 10 μέρες, 5.000 χιλιόμετρα και 5 χώρες ακόμη για να επιστρέψουμε, διασχίζοντας όλη τη Σκανδιναβία και την Κεντρική Ευρώπη.
Η ιδέα ξεκίνησε αρκετούς μήνες πριν και ήταν απλή: από τη μία άκρη μέχρι την άλλη. Από το Ταίναρο στο Βόρειο Ακρωτήριο.
Η λογική επιλογή για το ταξίδι αυτό είναι Ταίναρο, Πάτρα, Ανκόνα και από ’κει «ευθεία» επάνω: Γερμανία, Δανία, Σουηδία, Νορβηγία, Βόρειο Ακρωτήριο. Εμείς ωστόσο διαλέξαμε τη δύσκολη διαδρομή: Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Πολωνία, Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία, Αγία Πετρούπολη, Φινλανδία, Νορβηγία, Βόρειο Ακρωτήριο, αφήνοντας τον εύκολο δρόμο για την επιστροφή.
Βουλγαρία – Ρουμανία: «Είναι επικίνδυνα», «Κανείς δεν πάει από ’κει», «Έχει μαφία», «Να ζητήσεις προστασία από την πρεσβεία».
Αυτά ήταν τα σχόλια, όταν πρωτοανακοίνωσα τη διαδρομή και από μόνα τους τα σχόλια αυτά δικαιολογούσαν δημοσιογραφικά την επιλογή της συγκεκριμένης διαδρομής.
Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία, Αγία Πετρούπολη:
«Άλλο είναι να πηγαίνεις με αεροπλάνο στην Αγία Πετρούπολη και να καταλήγεις σ’ ένα καλό ξενοδοχείο στο κέντρο, όπως πάει όλος ο κόσμος, και άλλο να διασχίσεις 1.500 χιλιόμετρα σε μαφιοκρατούμενες περιοχές», ήταν οι αντιρρήσεις. Η μεσαιωνική μαγεία των Βαλτικών χωρών και η Αγία Πετρούπολη, όμως, τελικά έγειραν την πλάστιγγα προς τη «δύσκολη» διαδρομή.
Μαζί μας ο Dietmar Metzger, καθώς αποφασίστηκε το κομμάτι να δημοσιευτεί και στις εκδόσεις του Auto Motor und Sport στη Ρουμανία, Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία και Πολωνία, χώρες που διασχίσαμε στη διαδρομή μας προς το Βόρειο Ακρωτήριο.
Συμμετείχαν ακόμη ο Γιάννης Γιαννιδάκης, που κάλυπτε φωτογραφικά την αποστολή, ο φίλος Ηλίας Κουλαδούρος, και η Marie Metzger από την Ουγγαρία (σύζυγος του Dietmar).
Να σημειώσω εδώ ότι η σημαντικότερη (και ομορφότερη!) δουλειά σε ένα ταξίδι σαν αυτό, είναι η δημοσιογραφική προετοιμασία. Όταν κινείσαι με 600 ή 700 ή 800 χιλιόμετρα κάθε μέρα και φτάνεις, πχ., στο Βουκουρέστι, ο χρόνος που σου μένει για να περπατήσεις και να τραβήξεις φωτογραφίες στα πιο χαρακτηριστικά σημεία είναι λιγότερος από δύο-τρεις ώρες. Χρειάζεται λοιπόν (πολύωρη) δημοσιογραφική προετοιμασία, αφού πρέπει να διαβάσεις δεκάδες σελίδες ταξιδιωτικών οδηγών, να ξεχωρίσεις τα σημαντικότερα δημοσιογραφικά σημεία και να χαράξεις πάνω στο χάρτη μιας πόλης (που δεν έχεις επισκεφτεί ποτέ) την καλύτερη διαδρομή, ώστε να τα προλάβεις όλα.
Δέκα ταξιδιωτικούς οδηγούς χρησιμοποιήσαμε για να συγκεντρώσουμε πληροφορίες για τις 16 χώρες που διασχίσαμε. Rough Guides, Lonely Planet, Michelin και DK (Dorling Kindersley) οι εκδοτικοί οίκοι τους. Ο καθένας ειδικεύεται σε διαφορετικές πληροφορίες, άρα είναι απαραίτητοι όλοι και καταλήγεις με 5.000 σελίδες, που πρέπει να διαβαστούν στο κρεβάτι, στην τουαλέτα, στο αυτοκίνητο.
Από την άλλη μεριά, είναι βέβαια αξεπέραστη εμπειρία να φτάνεις σε μια πόλη που δεν έχεις επισκεφτεί ποτέ και όχι μόνο να αναγνωρίζεις τα σημαντικότερα δημοσιογραφικά σημεία της, αλλά να ξέρεις, σε βασικές γραμμές, και την ιστορία και τη σπουδαιότητά τους.
Να σημειώσω ακόμα ότι θεωρώ πολύ καλή επιλογή για το ταξίδι αυτό τα δύο Land Cruiser, όπως και τα ξενοδοχεία Hyatt, που υποστήριξαν την προσπάθεια προσφέροντάς μας δωρεάν φιλοξενία σε όσα Hyatt συναντήσαμε στη διαδρομή μας (Θεσσαλονίκη, Βουδαπέστη, Βαρσοβία, Αμβούργο, Βερολίνο). Ευχάριστη έκπληξη ήταν ακόμα ότι το καλύτερο Hyatt ήταν αυτό της Θεσσαλονίκης — καλύτερο ακόμα και από το καινούριο Hyatt του Βερολίνου.
11 ΜΑΙΟΥ – Ταίναρο – Θεσσαλονίκη 772 χλμ.
Ξεκίνημα από το νοτιότερο άκρο της Ευρώπης: Ο δρόμος σταματάει 3 χλμ. πριν το ακρωτήριο Ταίναρο. Το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής πρέπει να γίνει με τα πόδια ή με βάρκα από το διπλανό λιμανάκι.
Χθές βράδυ, κοιμηθήκαμε στο Γύθειο. Στις 3 μετά τα μεσάνυχτα έφτασε και ο Γιάννης μαζί με τον Dietmar, που είχε φτάσει στις 11.30 το βράδυ, αεροπορικώς στην Ελλάδα.
Κυριακή πρωί, ξεκινήσαμε για το Ταίναρο, επίσημη αφετηρία της αποστολής μας.
Βόρειο ακρωτήριο (Nordkapp): Από τους γνωστότερους ταξιδιωτικούς προορισμούς στην Ευρώπη. Δεκάδες ξενοδοχεία, και παρόλα αυτά δυσκολία να βρεις δωμάτιο στην αιχμή της τουριστικής σεζόν, το καλοκαίρι. Δεκάδες ταξιδιωτικοί οδηγοί, χάρτες, φωτογραφίες, πόστερ.
Ταίναρο: Το νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ευρώπης. Εδώ βρίσκεται και η είσοδος του Άδη. Από ’δω κατέβηκε ο Ηρακλής και αντιμετώπισε τον Κέρβερο. Με αρχαιολογικά ευρήματα που δείχνουν ότι στο Ταίναρο υπήρχε ακμάζουσα πόλη, αρκετούς αιώνες πριν την ακμή της Σπάρτης. Καταπληκτικά πράγματα.
Και όμως δεν υπάρχει ούτε ένας ταξιδιωτικός οδηγός για το Ταίναρο. Ψάξαμε στην Αθήνα, ψάξαμε και στο Γύθειο. Ιστορικές αναφορές βρήκαμε μόνο σε παλιές εγκυκλοπαίδειες.
Έτσι αναγκαστικά κάνουμε επιτόπιο ρεπορτάζ! Πάνω στο χάρτη της Μάνης, μας δείχνουν τη διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσουμε.
Κάνω μία σύγκριση με το Βόρειο Ακρωτήριο και μελαγχολώ. Εκεί υπάρχει μόνο ένας βράχος και συγκεντρώνεται κάθε χρόνο ολόκληρη η Ευρώπη. Εδώ χρειάζεται να ρωτήσεις τους ντόπιους για να βρεις τον δρόμο. Αμαρτία είναι.
Φεύγουμε από Γύθειο, περνάμε τα Σπήλαια του Δυρού και λίγο μετά εντυπωσιαζόμαστε από τους Πύργους της Βάθειας και την παραλία στο Μαρμάρι, που ακολουθεί. Λίγα χιλιόμετρα μετά ο δρόμος τελειώνει, μπροστά στην ταμπέλα που γράφει «Ιερό και Νεκρομαντείο Ποσειδώνος Ταιναρίου».

Μπροστά στην ταμπέλα που γράφει «Ιερό και Νεκρομαντείο Ποσειδώνος Ταιναρίου»
Λίγο πιο πέρα τα ερείπια μιας χριστιανικής εκκλησίας. Κατεβαίνουμε στο κοντινό λιμανάκι και οι ψαράδες αναλαμβάνουν να μας πάνε με τη βάρκα μέχρι το φάρο και να μας δώσουν τις υπόλοιπες πληροφορίες.

Στη βάρκα, που μας πήγε μέχρι τον φάρο. Αριστερά απο τον βαρκάρη, ο Dietmar και δεξιά η Λουκία
Ο ναός του Ποσειδώνα ήταν μέσα στη σπηλιά, που η είσοδός της είναι στο λιμανάκι. Οι πέτρες του ναού χρησιμοποιήθηκαν για να χτιστεί η χριστιανική εκκλησία των Ασωμάτων, που τα ερείπιά της ήταν το πρώτο που συναντήσαμε εδώ. Δίπλα από την εκκλησία ξεκινάει το μονοπάτι που οδηγεί ύστερα από 3 χιλιόμετρα εύκολου σχετικά ποδαρόδρομου στο Φάρο, στην άκρη του ακρωτηρίου Ταίναρο.
Είκοσι λεπτά αργότερα φτάσαμε κι εμείς με τη βάρκα στο ακρωτήριο και τραβήξαμε φωτογραφίες του Φάρου.

Ο φάρος πάνω στο Ταίναρο
Ο φάρος πάνω στο Ταίναρο, όπως τον αντικρίζουμε από τη βάρκα, που μας έφερε μέχρι εδώ. 25 μέτρα πάνω από τη θάλασσα, 16 μέτρα ψηλός ο φάρος, κτίστηκε από Γάλλους το 1882 και λειτούργησε το 1887. Γνώρισε πολλές ανακαινίσεις και από το 1984 δεν έχει φαροφύλακες, καθώς εγκαταστάθηκε αυτόματος μηχανισμός, που λειτουργεί με ηλιακή ενέργεια. 25 μέτρα πάνω από τη θάλασσα και όμως τα κύματα σκαρφαλώνουν μέχρι επάνω, όταν αγριεύει η θάλασσα.
Μερικές εκατοντάδες μέτρα αριστερά φαίνεται το άνοιγμα μιας σπηλιάς. Εδώ πίστευαν οι αρχαίοι ότι ήταν η είσοδος του Άδη. Όταν τα νερά είναι χαμηλά, μπορείς να μπεις με τη βάρκα μέσα. Θεωρητικά βέβαια. Ποιος θέλει να περάσει την είσοδο του Άδη;
Οι ντόπιοι δεν ξέρουν αν έχει εξερευνηθεί η σπηλιά. Πολύ παλιά, λέγεται ότι κάποιοι που το επιχείρησαν δεν είχαν υπολογίσει καλά τον χρόνο και όταν ανέβηκαν πάλι τα νερά, τους έκλεισαν μέσα και πνίγηκαν. Έκτοτε δεν έχει επισκεφτεί άλλος τη σπηλιά, λένε οι ντόπιοι.
Το περίεργο ήταν ότι δεν βρήκα τίποτα στη βιβλιογραφία για τη σπηλιά αυτή, που λογικά θα έπρεπε να προκαλεί τεράστιο αρχαιολογικό ενδιαφέρον.
Καθώς η βάρκα παίρνει τον δρόμο της επιστροφής για το λιμανάκι, αισθάνομαι ότι συμμετέχω σε κάτι σημαντικό. Ήμουν εκεί. Στο νοτιότερο άκρο της Ευρώπης, λίγα μέτρα από την είσοδο του Άδη. Μαγεία. Δίνω ήδη υπόσχεση στον εαυτό μου ότι θα ξαναπάω. Σύντομα. Και αυτήν τη φορά θα διαλέξω το μονοπάτι και θα φτάσω με τα πόδια μέχρι τον φάρο.
Και αν είμαι τυχερός και έχει «νοτιά», θα συναντήσω τον θυμωμένο Ποσειδώνα, που ξαποστέλνει τα κύματά του, 25 μέτρα ψηλά, να σκαρφαλώσουν ολόκληρο τον βράχο και να φτάσουν μέχρι τον φάρο.
772 χιλιόμετρα αργότερα φτάνουμε στη Θεσσαλονίκη στις 10 το βράδυ.

Στη Θεσσαλονίκη, μπροστά στο Hyatt
12 ΜΑΙΟΥ Θεσσαλονίκη – Σόφια – Βουκουρέστι 705 χλμ.
Θεσσαλονίκη–Σόφια, το μεσημέρι. Βουκουρέστι το βράδυ: 700 δύσκολα χιλιόμετρα σε μια μέρα. Βουκουρέστι–Βουδαπέστη, 900 χιλιόμετρα την επόμενη μέρα, διασχίζοντας μάλιστα τη χώρα του Δράκουλα, την Τρανσυλβανία.
Δευτέρα πρωί ξεκινάμε για Βουλγαρία. Ο Γιάννης έχει φέρει αυτοκόλλητα “PRESS”, που κολλάμε στα παρμπρίζ. Αστείο μου φαίνεται εκείνη την ώρα. Πρέπει να είμαστε πριν νυχτώσει στο Βουκουρέστι. 705 χιλιόμετρα σε άγνωστης ποιότητας δρόμους. Αν μας πάρει νύχτα, η συμβουλή είναι ότι δεν σταματάμε σε αστυνομικό μπλόκο, αφού λέγεται ότι είναι συνηθισμένο κόλπο να στήνουν καρτέρι κακοποιοί, παριστάνοντας την αστυνομία.
Λίγες μέρες πριν, φίλος που βρέθηκε στη Σόφια για δουλειές, σταμάτησε σ’ ένα εστιατόριο για μεσημεριανό. Όταν βγήκε όμως, το αυτοκίνητο είχε κάνει φτερά. Σαν να μην έφτανε αυτό, η αστυνομία στην οποία κατήγγειλε το γεγονός δεν τον άφηνε να φύγει, αν δεν πλήρωνε ένα αρκετά μεγάλο ποσόν, όσα θα εισέπραττε το κράτος από δασμούς, αν το αυτοκίνητο πουλιόταν στη Βουλγαρία.
Για καλή του τύχη, το αυτοκίνητο που ήταν νοικιασμένο από την Hertz ήταν ασφαλισμένο κατά της κλοπής, στη μοναδική ασφαλιστική εταιρεία της Βουλγαρίας που κάνει ασφάλειες κλοπής (έχοντας κατά πάσαν πιθανότητα τις κατάλληλες διασυνδέσεις με τα αντίστοιχα κυκλώματα). Έτσι, μια εβδομάδα αργότερα το αυτοκίνητο επεστράφη (και δεν έλειπε το παραμικρό από μέσα) και η περιπέτεια του φίλου μου έλαβε τέλος. Εμείς όμως δεν έχουμε ασφάλεια κλοπής στη συγκεκριμένη εταιρεία.
Μπαίνουμε ψαρωμένοι στη Βουλγαρία. Έχουμε ήδη ενημερωθεί ότι αποκλείεται να αποφύγουμε τις κλήσεις για ταχύτητα, αφού τα μπλόκα είναι πάντοτε «έξυπνα» στημένα. Μπορούμε όμως να διαπραγματευτούμε το ύψος του προστίμου και τις περισσότερες φορές οι Βούλγαροι αστυνομικοί μιλάνε ελληνικά!
100 χιλιόμετρα μετά, ενώ θαυμάζω μια τεράστια (ρωμαϊκή; βυζαντινή;) γέφυρα, το πρώτο μπλόκο με σταματάει. Και έρχεται η έκπληξη. Ο αστυνομικός πλησιάζει προς το μέρος μου, ενώ ταυτόχρονα βλέπει το “PRESS” στο παρμπρίζ και, ενώ με ρωτάει: «πρέζα;», ταυτόχρονα μου κάνει νόημα να φύγω. Δουλεύουν τα αυτοκόλλητα τελικά.
Η χώρα είναι καταπράσινη και διαφορετική. Καταλαβαίνεις αμέσως, κάθε φορά που συναντάς σπίτια, ότι δεν βρίσκεσαι στην Ελλάδα. Έχει πολλή κίνηση όμως και φτάνουμε στις 3 το μεσημέρι στη Σόφια, ενώ έχουμε ακόμα 400 χιλιόμετρα μέχρι το Βουκουρέστι. Είμαι πολύ αγχωμένος.
Σταματάμε για βενζίνη και λέω σε όλους σε όλους, να πάρουν σε “χρόνο μηδέν” ένα σάντουίτς και να φύγουμε. Πληρώνω περιμένουμε για τα σάντουιτς και εκείνη την στιγμή, εμφανίζεται ο Ηλίας, που κάπνιζε και δίνει παραγγελία, να του ψήσουν… μια μπριζόλα. Γίναμε βίδες φυσικά, ειδικά όταν μου είπε, ότι η ασφάλεια, είναι δικό μου πρόβλημα και όχι δικό του.
Περνάμε λοιπόν non-stop τη Σόφια και προχωράμε προς Ρούσε, κοντά στα βουλγαρορουμανικά σύνορα. Ο δρόμος είναι σχετικά καλός, με αρκετά κάρα που τα σέρνουν άλογα, κάθε φορά που πλησιάζουμε σε κάποια πόλη.
Το μόνο απρόοπτο είναι πάλι το απαραίτητο μπλόκο της τροχαίας. Τη διαπραγμάτευση αναλαμβάνει ο Ηλίας (ο αστυνομικός μιλάει σπαστά ελληνικά) και τελικά αντί για 50 λέβα, συμφωνούμε στα 20. Η παράβαση και το πρόστιμο γράφτηκε στο διαβατήριο και το πληρώσαμε βγαίνοντας από τη χώρα.

Στα σύνορα Βουλγαρίας – Ρουμανίας
Οκτώ περίπου το απόγευμα φτάνουμε στα σύνορα. Από τη μια μεριά οι Βούλγαροι, από την άλλη οι Ρουμάνοι και στη μέση ο πανέμορφος Δούναβης. Μπαίνοντας στη Ρουμανία τα αυτοκίνητα περνάνε (όπως και όταν μπήκαμε στη Βουλγαρία) από μια γούρνα με ένα βρώμικο μαύρο υγρό. Απολύμανση! Πληρώνουμε μάλιστα και ένα μικρό ποσό για τον σκοπό αυτόν.
Η μέρα κλείνει με φαγητό σε καλό, παραδοσιακό ρεστοράν στο Βουκουρέστι, που ειδικεύεται στο κυνήγι. Μέχρι αρκούδα σέρβιρε. Πάμφθηνα όλα.
13 ΜΑΙΟΥ Βουκουρέστι – Βουδαπέστη
Ξεκινάμε 7 η ώρα το πρωί, καθώς πρέπει να καλύψουμε σήμερα 900 χιλιόμετρα μέχρι τη Βουδαπέστη και μάλιστα σε επαρχιακούς δρόμους, διασχίζοντας την Τρανσυλβανία. Το δυτικό αυτό κομμάτι της Ρουμανίας ήταν υπό ουγγρική κατοχή από τον 10ο αιώνα και από το 1240 κατοικήθηκε από Γερμανούς Σάξονες, που προσκλήθηκαν από τους Ούγγρους για να προφυλάξουν τα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας τους. Έτσι η Τρανσυλβανία έχει ξεχωριστή αρχιτεκτονική, πόλεις με πύργους και τείχη, καθώς η επιρροή των Σαξόνων είναι παντού εμφανής.
“Cercul Militar National”. Φόβος και τρόμος η στρατιωτική αστυνομία επί Τσαουσέσκου. Δεν τολμούσε κανείς να πλησιάσει εδώ. Τώρα βέβαια φιλοξενεί ένα ωραίο καφέ στο προαύλιό της και η Carlsberg, μοιάζει σαν να ανέλαβε την χορηγία της.

Το παλάτι του Τσαουσέσκου
Είδαμε και το «Παλάτι» του Τσαουσέσκου. 20.000 εργάτες και 700 αρχιτέκτονες δούλεψαν, χωρίς να καταφέρουν να το τελειώσουν. Είναι 330.000 τ.μ., το δεύτερο μεγαλύτερο κτίριο στη γη, μετά το αμερικάνικο Πεντάγωνο. Την είχε «ψωνίσει» τελείως ο άνθρωπος στα τελευταία του. Σε ένα μικρό μέρος στεγάζεται σήμερα το κοινοβούλιο και ένα συνεδριακό κέντρο, το υπόλοιπο είναι άδειο.
Είδαμε και το μπαλκόνι στο οποίο, έβγαζε λόγο ο Τσαουσέσκου, όταν ο λαός στο Βουκουρέστι εξεγέρθηκε, στις 21 Δεκεμβρίου του 1989. Ο Τσαουσέσκου διέφυγε με ελικόπτερο από την ταράτσα του κτιρίου, μαζί με τη γυναίκα του, την Έλενα, για να συλληφθούν, να δικαστούν και να εκτελεστούν 4 μέρες αργότερα, στις 25 Δεκεμβρίου.
Εκατό περίπου χιλιόμετρα μετά το Βουκουρέστι, συναντάμε τη Σινάια, την «Αράχοβα» της Ρουμανίας. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι μικρά παζάρια, όπου οι Ρόμ, οι τσιγγάνοι, πουλάνε κάθε είδους χειροποίητα πάμφθηνα. Αγοράζουμε κεντήματα με 5 ευρώ (!) το ένα (100 ευρώ έχει ένα αντίστοιχο κέντημα στην Ελλάδα) και συνεχίζουμε προς Μπράσοβ.

You have entered in Dracula’s country
Λίγο πριν, στρίβουμε και μπαίνουμε στη χώρα του Δράκουλα. Εδώ στο χωριό Ράζνοβ είναι ο πύργος, πόλος έλξης όλων των τουριστών, καθώς έχει ταυτιστεί με τον πύργο του Δράκουλα.
«Η ιστορία του Δράκουλα» γράφτηκε από τον Μπραμ Στόκερ το 1897. Ο κόμης Δράκουλας ταυτίστηκε με τον Βλαντ Τέπες, θρύλο του αγώνα των Ρουμάνων εναντίον των Τούρκων. Τέπες σημαίνει «παλουκωτής» και ο συγκεκριμένος έγινε διάσημος για τους 5.000 Τούρκους που λέγεται ότι παλούκωσε. Δεν ξεκίναγε να τρώει το δείπνο του, αν απέναντί του δεν βρισκόταν ένας Τούρκος παλουκωμένος, λέει ο θρύλος.Ο Μπραμ Στόκερ διάλεξε λοιπόν τον Βλαντ Τέπες για ήρωα του βιβλίου του και έκανε όλη την Τρανσυλβανία, όπου υποτίθεται ότι ήταν το κάστρο του κόμη Δράκουλα, διάσημη.
Ο πύργος του Δράκουλα στο Ράζνοβ είναι από τους σπουδαιότερους τουριστικούς προορισμούς στη Ρουμανία. Ο Βλαντ Τέπες, βέβαια, ήταν Βλάχος και όχι Τρανσυλβανός και αποκλείεται να πέρασε έστω και ένα βράδυ στο συγκεκριμένο πύργο. Αυτό όμως δεν ενδιαφέρει κανέναν. Ο πύργος είναι εντυπωσιακός και ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί όλα του τα δωμάτια και να αγοράσει φεύγοντας κάθε είδους δρακουλο-σουβενίρ.
Ακολουθεί μια παράκαμψη 30 περίπου χιλιομέτρων πριν βρεθούμε πάλι στον κεντρικό επαρχιακό δρόμο. Ο δρόμος εδώ είναι πολύ κακός, αλλά περνάει ανάμεσα από πανέμορφα μικρά χωριά. Αισθανόμαστε σαν να κάνουμε ταξίδι στον χρόνο. Οι γυναίκες πλένουν στο ποτάμι, ενώ μια αγελάδα κυκλοφορεί στο πεζοδρόμιο στον κεντρικό δρόμο του χωριού.

Το αυτοκίνητο οδηγείται στο ποτάμι, για να πάρει το μπάνιο του

“Money-money”, μας φώναζαν, όταν σταματήσαμε να φωτογραφίσουμε
Από τις πιο εντυπωσιακές εικόνες, τόσο στη Βουλγαρία, όσο και στη Ρουμανία. Το αυτοκίνητο, όπως και τα ζώα τους, οδηγείται στο ποτάμι, για να πάρει το μπάνιο του. Και είναι πολύ συχνό, σαν θέαμα, αφού εμείς συναντήσαμε 4 τέτοιες περιπτώσεις στις δύο μέρες που διασχίσαμε Βουλγαρία-Ρουμανία. “Money–money“, μας φώναζαν, στη μια απ’ αυτές, όταν σταματήσαμε να φωτογραφίζουμε και είδαν το “PRESS” στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου.
Συνεχίζουμε στον κεντρικό επαρχιακό δρόμο και καθώς διασχίζουμε μικρές πόλεις και χωριά, συνειδητοποιώ ότι μ’ αρέσει αυτό το κομμάτι της Ρουμανίας. Ο κόσμος κυκλοφορεί στους δρόμους και γελάει! Φαίνονται ζεστοί άνθρωποι και ευτυχισμένοι. Πλήρης αντιδιαστολή με τη Βουλγαρία, που δεν είδαμε άνθρωπο στον δρόμο έξω από τη Σόφια (και αφού επιβεβαιώσαμε ότι η Βουλγαρία έχει ίδιο περίπου πληθυσμό με την Ελλάδα, ενώ είναι πολύ μικρότερη σε έκταση, το είχαμε κάνει αστείο: «οι καλά κρυμμένοι Βούλγαροι»). Καμιά σχέση με την Τρανσυλβανία.
Εδώ ταξιδεύεις και καθώς περνάς μέσα από τα χωριά, βλέπεις τον κόσμο να κυκλοφορεί και να χαίρεται και αισθάνεσαι καλά, φιλικά. Μου άρεσε πολύ το κομμάτι αυτό της Ρουμανίας.
Έχει βραδιάσει για τα καλά όταν διασχίζουμε τα σύνορα με την Ουγγαρία. Λίγο μετά, στο Κεσκεμέτ, βρίσκουμε και τον νέο αυτοκινητόδρομο, με τα ακριβότερα διόδια στην Ευρώπη, και λίγο πριν τα μεσάνυχτα τραβάω τις κουρτίνες μου στο δωμάτιο του Hayatt και αντικρίζω ένα μαγευτικό θέαμα, καθώς η φωτισμένη Chain Bridge του Δούναβη είναι ακριβώς μπροστά μου.

Εκπληκτικό το θέαμα της φωτισμένης, βραδινής Βουδαπέστης, με το Δούναβη δεξιά, να κλέβει την παράσταση
Ο Dietmar όμως που μένει στην Βουδαπέστη, λίγο πρίν, μας πήγε σε ένα λόφο, από όπου ήταν εκπληκτικό το θέαμα της φωτισμένης, βραδινής Βουδαπέστης, με το Δούναβη δεξιά, να κλέβει την παράσταση. Τα φώτα μένουν συνήθως ανοιχτά μέχρι τα μεσάνυχτα.
14 ΜΑΙΟΥ – Βουδαπέστη, Κρακοβία, Βαρσοβία 375 χλμ.
Η Κεντρική Ευρώπη μας υποδέχτηκε με κρύο, βροχή, ομίχλη και… άγνωστα ζώα.
Η Βουδαπέστη, με όπλα της τον Δούναβη και καταπληκτικά κτίρια, σαν το Κοινοβούλιο, διεκδικεί επάξια τον τίτλο της ωραιότερης πόλης της Ανατολικής Ευρώπης.
Το πρωινό στη Βουδαπέστη επιφυλάσσει εκπλήξεις. Καθώς βγαίνω με το κοντομάνικο από το ξενοδοχείο για να αγοράσω κάτι χάρτες, παθαίνω την πλάκα μου. Από τους 30 βαθμούς της Ρουμανίας είμαστε εδώ στους 11 βαθμούς και, καθώς το ξενοδοχείο είναι δίπλα στο ποτάμι, με τον δυνατό αέρα που φυσάει αισθάνθηκα σαν να βρέθηκα σε μηδέν βαθμούς. Μακρυμάνικα και μπουφάν βγαίνουν αυτόματα από τις βαλίτσες, περνάμε παίρνουμε την Marie, που είναι Ουγγαρέζα και μένει στην Βουδαπέστη και ξεκινάμε για Κρακοβία.
Στα σύνορα με τη Σλοβακία έχουμε ένα από τα αξιοσημείωτα της αποστολής: πιτσιρικάς με ποδήλατο και σχολική τσάντα, που μοιάζει να μένει στη μία χώρα και να πηγαίνει σχολείο στην άλλη, φτάνει στα σύνορα με το διαβατήριο στο χέρι! Οι φρουροί, που προφανώς τον ξέρουν, του κάνουν νόημα να περάσει κι αυτός βάζει το διαβατήριο στην τσέπη και συνεχίζει, χωρίς να σταματήσει το ποδήλατο.
Διασχίζουμε τα σύνορα με τη Σλοβακία και λίγο μετά αρχίζουμε να σκαρφαλώνουμε τη μαγευτική οροσειρά Tatra.
Κάναμε την διαδρομή στα σύνορα Σλοβακίας-Πολωνίας από Tatrana Kotlina προς την “Αράχοβα” της Πολωνίας, το Zakopane. Ερχόμαστε από ατέλειωτες λιακάδες και καθώς σκαρφαλώναμε την οροσειρά Tatra (θυμάστε τα αυτοκίνητα Tatra;), άρχισε ο καιρός να “κλείνει”, καταλήγοντας σε πυκνή ομίχλη μετα από λίγο. Περάσαμε το μικρό συνοριακό σταθμό κάτω από καταρρακτώδη βροχή και συνεχίσαμε να σκαρφαλώνουμε το βουνό προς Zakopane, μέσα στο δάσος και σε μια ομιχλώδη ατμόσφαιρα, που θύμιζε την ταινία “ο σκύλος των Μπάσκερβιλ” (με τον Σέρλοκ Χολμς), για όποιον την έχει δει. Παρακαλούσα να μην τελειώσει η διαδρομή αυτή.
Λίγο πριν τα σύνορα, ενώ έχει ομίχλη και αρχίζει να βρέχει, στρίβουμε δεξιά προς Πόμπραντ, αφού πριν την Κρακοβία θέλουμε να περάσουμε από την «Αράχοβα» της Πολωνίας, το Ζακοπάνε.
Στον δρόμο υπάρχουν πολλές ταμπέλες «Προσοχή βάτραχοι» και «Προσοχή… άγνωστο ζώο». Κάτι σαν σκίουρος, αλλά μεγαλύτερο. Ο Dietmar ξέρει το όνομά του στα γερμανικά, αλλά όχι στα αγγλικά. Ξέρει όμως ότι κολυμπάει, ότι τρώει ψάρια και είναι αρκετά μεγάλο. Σαν μικρός σκύλος.
Ακολουθεί ένα απολαυστικό ημίωρο, καθώς είμαστε όλοι στα κινητά, προσπαθώντας να λύσουμε τον γρίφο. Το γερμανοελληνικό λεξικό που βρίσκεται στην εταιρεία δεν έχει καθόλου τη λέξη. Ακολούθως επικοινωνούμε με Έλληνες φίλους που ζουν στη Γερμανία, που ξέρουν το ζώο, αλλά όχι το ελληνικό του όνομα. Το μυστήριο πυκνώνει. «Δεν υπάρχει στην Ελλάδα» καταλήγουμε.
Η λύση έρχεται από το γερμανοουγγρικό λεξικό, που εντοπίζουμε στο γραφείο της Μαρί (από τα κινητά πάντα) στη Βουδαπέστη. Βρίσκουν τη λέξη στα ουγγρικά και από κει, από το ουγγροαγγλικό λεξικό, στα αγγλικά otter. Ακολουθεί η έρευνα στο αγγλοελληνικό λεξικό και… βίδρα! Πετάει η ομάδα.
Μόλις ακούει τη λέξη «βίδρα» η Μαρί βάζει τα γέλια, αφού στα ουγγρικά λέγεται… bidre!
Εγώ βέβαια, μέχρι τότε δεν είχα δεί ποτέ βίδρα, οπότε η περιγραφή, “σαν μικρός σκύλος, που κολυμπάει και τρώει ψάρια”, δεν μου έλεγε τίποτα.
Το Ζακοπάνε είναι έρημο, καθότι Μάιος. Κάνουμε όμως ένα γκραν-γκινιόλ φαγοπότι, αφού ο κατάλογος ήταν στα πολωνικά και οι άνθρωποι μιλούσαν μόνο πολωνικά.

Στο Ζακοπάνε, η Marie, o Dietmar και ο Ηλίας
Ανέλαβε να παραγγείλει ο Ηλίας με νοήματα και ήρθαν κάτι άγνωστα φαγητά: σούπες στο ποτήρι, σουβλάκι γεμιστό με λουκάνικο και άλλα κουφά. Και βέβαια παίρνανε μόνο πολωνικά λεφτά, όπως ανακαλύψαμε στο τέλος, κι αν δεν έβρισκε ο Dietmar στο πορτοφόλι του κάποια ζλότι, προβλέπω ότι ακόμα θα πλέναμε πιάτα στο Ζακοπάνε.
Η συνέχεια μας βρήκε στην Κρακοβία. Το Novotel που μείναμε ήταν δίπλα στον Βιστούλα, λίγο έξω από την παλιά πόλη.
15 ΜΑΙΟΥ – Κρακοβία – Βαρσοβία 375 χλμ.
Έτσι πρωί-πρωί βρεθήκαμε να περπατάμε δίπλα στο ποτάμι με κατεύθυνση το Wawel, το παλάτι.

Στην πανέμορφη Κρακοβία
Η Κρακοβία ήταν η πρώτη, η ιστορική πρωτεύουσα της Πολωνίας και το Wawel Castle η επίσημη κατοικία των αυτοκρατόρων.
Ξεχώρισα την αίθουσα του θρόνου. 10 × 30 περίπου. Στη μία μεριά ο θρόνος και στους τοίχους αριστερά, δεξιά και απέναντι, κάθε 5 μέτρα μία καρέκλα όπου κάθονταν οι σύμβουλοι (οι υπουργοί, ας πούμε) του αυτοκράτορα. Πεθαίνω να παρακολουθήσω μια τέτοια «σύναξη».
Η Κρακοβία είναι βέβαια διάσημη, κυρίως, για την τεράστια μεσαιωνική πλατεία της, με την καταπληκτική ατμόσφαιρα, όπου περάσαμε όλο το πρωινό. Το μεσημέρι ξεκινήσαμε για Βαρσοβία. Θέλαμε να φτάσουμε και να κοιμηθούμε νωρίς, αφού η επόμενη μέρα θα ήταν πιο δύσκολη.
Ο δρόμος Κρακοβία–Βαρσοβία κάθε άλλο παρά αυτοκινητόδρομος είναι, με αποκορύφωμα το τελευταίο κομμάτι του: μια τεράστια ευθεία, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, που τη διασχίζουν κάθε τόσο και κάθετα πεζοί, ζώα και αυτοκίνητα. «Αριστούργημα».

Cultural and Engineering Palace, στο κέντρο της Βαρσοβίας, 275 μέτρα ψηλό.
Οι Πολωνοί λένε ότι από τον εξώστη του, 200 μέτρα περίπου πάνω από το έδαφος, υπάρχει η καλύτερη θέα της Βαρσοβίας. Και ο λόγος είναι πολύ απλός: είναι το μοναδικό σημείο της Βαρσοβίας απ’ όπου δεν μπορείς να δεις το… κτίριο αυτό.
16 ΜΑΙΟΥ Βαρσοβία – Βίλνιους – Ρίγα
Στις χώρες της Βαλτικής: Μια γρήγορη επίσκεψη στο Βίλνιους, την όμορφη πρωτεύουσα της Λιθουανίας, και την ίδια μέρα στη Ρίγα, την πρωτεύουσα της Λετονίας, το Παρίσι της Βαλτικής.
Ξεκινάμε πρωί-πρωί από τη Βαρσοβία, αφού η μέρα είναι πολύ δύσκολη σήμερα. Έχουμε 300 χλμ. μέχρι τα σύνορα με τη Λιθουανία. Άλλα 200 χλμ. μέχρι το Βίλνιους, την πρωτεύουσα της Λιθουανίας, και από κει 300 χλμ. ακόμα για τη Ρίγα, την πρωτεύουσα της Λετονίας.
Βγαίνοντας από τη Βαρσοβία αντιμετωπίζουμε ένα μυστήριο. Γαλάζιες νάιλον σακούλες, γεμάτες μάλλον με σκουπίδια, βρίσκονται παρατεταγμένες αριστερά και δεξιά του δρόμου κάθε 50 ή 100 μέτρα και αυτό συνεχίζεται για περισσότερα από 20 χιλιόμετρα. Τα σενάρια που κάνουμε δίνουν και παίρνουν. Το επικρατέστερο λέει ότι πρέπει να πρόκειται για κάποια διαμαρτυρία οικολόγων.
20 χιλιόμετρα αργότερα όμως η «μαγεία» διαλύεται. Βλέπουμε δύο εργάτες στο πλάι του δρόμου που κρατάνε στα χέρια τις γαλάζιες σακούλες και μαζεύουν τα σκουπίδια από την άκρη του δρόμου. Για να έχουν ωστόσο σακούλες για 20 χιλιόμετρα, ή εκατοντάδες εργάτες δουλεύουν στο καθάρισμα ή… εκατοντάδες μέρες έχει να περάσει κάποιο φορτηγό για να μαζέψει τις σακούλες.
Κάποια στιγμή φτάνουμε στα σύνορα με τη Λιθουανία και αφού βγάζουμε το ειδικό χαρτί, που προσφέρει ασφαλιστική κάλυψη στη Λιθουανία (η πράσινη κάρτα που ισχύει σ’ όλη την Ευρώπη δεν ήταν αρκετή εδώ), πέφτουμε πάνω σε περίεργο Πολωνό συνοριακό φρουρό, που υποπτευόμενος ότι τα δύο ολοκαίνουργια Land Cruiser μας είναι κλεμμένα και κατευθύνονται για να πουληθούν κάπου στη Ρωσία, μας αλλάζει τα φώτα.
Δύο ολόκληρες ώρες έψαχνε αριθμούς πλαισίου και κινητήρα και έστελνε σήματα στην Interpol. Τελικά, με ξινισμένα μούτρα που δεν αποδειχτήκαμε κλέφτες, μας δίνει το ελεύθερο να φύγουμε. Είμαστε ήδη δύο ώρες πίσω στο πλάνο μας και εξακολουθούμε να έχουμε 500 χλμ. μέχρι τη Ρίγα, ενώ σκοπεύουμε να περάσουμε δυο-τρεις ώρες για να δούμε το Βίλνιους.
Στα 200 χλμ. μέχρι το Βίλνιους φτιάχνουμε το πλάνο επίσκεψης. Θα ξεκινήσουμε από το memorial του Frank Zappa, θα συνεχίσουμε με μια φωτογραφία μπροστά στον καθεδρικό ναό και ύστερα θα ψάξουμε να βρούμε τα λίγα «concrete slabs» που έχουν παραμείνει σαν ανάμνηση από τον Ιανουάριο του 1991, από τις οχυρώσεις που έφτιαξαν οι Λιθουανοί στις γέφυρες του ποταμού, που βρίσκονται απέναντι από το Κοινοβούλιο, φοβούμενοι επίθεση από τα ρωσικά τανκ, όταν ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους. Τι μπορεί να είναι άραγε ένα «slab» από μπετόν; Μας τρώει η περιέργεια.
Μετά από μια σύντομη στάση στα McDonald’s μπαίνουμε στο Βίλνιους και περνάμε τρεις φορές μπροστά από το memorial του Frank Zappa χωρίς να το δούμε, αφού βρίσκεται στριμωγμένο πλάι από ένα κτίριο. Τελικά σταματάμε ακριβώς απ’ έξω και αποφασίζουμε να ρωτήσουμε μια παρέα παιδιών που, σκασμένα από τα γέλια, μας το δείχνουν. Ήταν ακριβώς δίπλα μας.
Το σκηνικό ωστόσο με το λιτό memorial και το γκράφιτι στον τοίχο που είναι από πίσω μας αποζημιώνει. Δημιουργεί μια ατμόσφαιρα περίεργη και, αν είσαι μάλιστα από τους φαν του Zappa, αισθάνεσαι ότι συμμετέχεις σε κάτι σημαντικό. Βγάζουμε αρκετές φωτογραφίες και αποχαιρετούμε τον Zappa, ευχαριστημένοι.

Στο memorial του Frank Zappa
Ούτε που το φανταζόμουνα, ότι ο Frank Zappa είναι Λιθουανός. Ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης πέθανε από καρκίνο το 1993 και το “Lithuanian Frank Zappa fan club“, φρόντισε να δημιουργήσει (το 1995) τη στήλη αυτή, στην καρδιά του Βίλνιους, της πρωτεύουσας της Λιθουανίας. Ήταν το πρώτο-πρώτο στη λίστα μας, για τα πράγματα που πρέπει να δούμε στο Βίλνιους και η εμπειρία άξιζε πέρα για πέρα, το πολύ ψάξιμο, που ρίξαμε για να το βρούμε.

Απέναντι απο το κοινοβούλιο του Βίλνιους
Λίγο μετά, αφού περνάμε μπροστά και από τον εντυπωσιακό καθεδρικό ναό, ανακαλύπτουμε και τα «concrete slabs». Πρόκειται για τεράστιους κύβους (1,20 × 1,20 περίπου) από μπετόν και βέβαια, άμα αραδιάσεις αρκετές σειρές τέτοιους κύβους από μπετόν, φαίνεται αδύνατο ακόμα και σε τανκ να περάσει.

Τα «concrete slabs»
Τα «concrete slabs» (κύβοι από μπετόν) που έφτιαξαν οι Λιθουανοί το 1991 για να φράξουν τις γέφυρες του ποταμού, απέναντι από το κοινοβούλιο, φοβούμενοι επίθεση των ρωσικών τανκ.
Ο δρόμος για τη Ρίγα είναι ευχάριστη έκπληξη, αφού είναι πολύ καλύτερος απ’ ό,τι περιμέναμε. Το ίδιο και οι διατυπώσεις στα σύνορα. Έτσι φτάνουμε στις 10 το βράδυ, ενώ ακόμη δεν έχει νυχτώσει τελείως, καθώς βρισκόμαστε ήδη πολύ βόρεια.
Είμαστε πεθαμένοι στην πείνα. Βρίσκουμε λοιπόν MacDonald μπροστά μας και ορμάμε. Εδώ ο Ηλίας «ξαναχτυπά» και με αποτελειώνει: «Εγω δεν τρώω στα MacDonald.» «Γιατί?» ρωτάω. …«Συμμετέχουν στην καταστροφή του δάσους του Αμαζονίου», Εψαχνα στη συνέχεια, μπακάλικο για να πάρει «οικολογικά» σαλάμια να φάει για βραδυνό.
Έχουν προηγηθεί αλλεπάλληλα τηλέφωνα για να βρούμε ξενοδοχείο, αφού σε μια βδομάδα πρόκειται να γίνει εδώ ο διαγωνισμός της Eurovision και είναι τα πάντα κλεισμένα. Και θέλουμε βέβαια ξενοδοχείο με parking, αφού η Λετονία —σύμφωνα με τους τουριστικούς οδηγούς— έχει ανεπτυγμένη τοπική μαφία.
Βρίσκουμε τελικά ξενοδοχείο στην άλλη όχθη του ποταμού, στο Radisson, που μας υπόσχεται στο τηλέφωνο και ασφαλές parking. Φτάνοντας ωστόσο βλέπουμε ότι το ασφαλές parking δεν είναι παρά ένας περιφραγμένος χώρος, 300 μέτρα από το ξενοδοχείο, ο οποίος μάλιστα δεν διαθέτει φύλακα, αλλά μόνο μια ξύλινη μπάρα που ανεβαίνει με μια κάρτα. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να μπει, να πάρει τα Land Cruiser και να φύγει, παίρνοντας σβάρνα την μπάρα. Και τώρα τι κάνουμε;
Στο ξενοδοχείο ωστόσο …μας διαβεβαιώνουν πάλι ότι τα αυτοκίνητα είναι απολύτως ασφαλή και να μην ανησυχούμε για τίποτε. Κάνουμε την καρδιά μας πέτρα και ανεβαίνουμε στα δωμάτια.
17 MAIOY Ρίγα – Ταλίν
Πρωί-πρωί (πριν πάμε για πρωινό) ξανατσεκάρουμε. Τα αυτοκίνητα είναι ακόμα εκεί. Και καθώς η αγωνία έχει φύγει, στο πρωινό γίνεται πλάκα: «Φαίνεται ότι από το ξενοδοχείο, αντί να πληρώνουν φύλακα —και άντε να βρουν φύλακα που να μπορεί να κοντράρει τη μαφία— πληρώνουν προστασία, άρα δεν χρειάζονται και φύλακα». Είναι ένα πιθανό σενάριο.
Η παλιά πόλη της Ρίγα ωστόσο είναι πανέμορφη και, αφού πληρώνουμε τα διόδια (!) που είναι απαραίτητα αν θες να μπεις με αυτοκίνητο μέσα, απολαμβάνουμε την πρωινή βόλτα στους πλακόστρωτους δρόμους. Βγαίνουμε από την παλιά πόλη και επόμενη στάση στην οδό Alberta, όπου ο αρχιτέκτονας Μιχαήλ Αϊζενστάιν, πατέρας του γνωστού σκηνοθέτη Σεργκέι, έχει δημιουργήσει μια καταπληκτική art nouveau γειτονιά. Όλα τα σπίτια είναι περίτεχνα διακοσμημένα.
Είδαμε και το «σπίτι με τις γάτες» στη Ρίγα. Δύο γάτες στέκονται στην κορυφή, στις δύο γωνίες του. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού έπεσε και σκοτώθηκε μόλις ολοκλήρωσε την τοποθέτηση και της δεύτερης γάτας.
Μια ακόμη στάση στο μουσείο παλαιών αυτοκινήτων της Ρίγα, για να δούμε το αυτοκίνητο του Στάλιν (δεν το βρήκαμε) και αυτό που οδηγούσε ο Μπρέζνιεφ,

Το τρακάρισμα του …Μπρέζνιεφ
όταν πήγε και έπεσε πάνω σ’ ένα φορτηγό, και παίρνουμε τον δρόμο για Αγία Πετρούπολη.
Η μεγαλύτερη αναποδιά του ταξιδιού: Φτάσαμε στη Νάρβα, στα σύνορα Εσθονίας–Ρωσίας, στις 7 το απόγευμα. Θέλαμε να καλύψουμε τα τελευταία 150 χιλιόμετρα μέχρι την Αγία Πετρούπολη πριν νυχτώσει. Τρεις ώρες μετά, όμως, εξακολουθούσαμε να είμαστε καθηλωμένοι στον έλεγχο. Έχουν σφραγιστεί τα διαβατήρια, άρα τυπικά έχουμε εγκαταλείψει την Εσθονία, αλλά ο ιδιαίτερα ευγενικός, νεαρός Εσθονός συνοριακός φύλακας δεν μας αφήνει να φύγουμε, αφού θέλουν να βεβαιωθούν ότι τα αυτοκίνητα δεν είναι κλεμμένα και πάνε στη Ρωσία για να πουληθούν.
Εν τω μεταξύ, οι πληροφορίες μας λένε ότι, αν αναγκαστείς να ταξιδέψεις νύχτα στη Ρωσία, δεν σταματάς ούτε σε αστυνομικό μπλόκο, αφού είναι συνηθισμένη παγίδα της μαφίας να «στήνει» κάτι που μοιάζει με αστυνομικό μπλόκο για να σε σταματήσει. Και ο ιδιαίτερα ευγενικός, νεαρός Εσθονός συνοριακός φύλακας μάς επιβεβαιώνει ότι εξακολουθούν να έχουν έτσι τα πράγματα και μάλιστα σε μια συζήτηση που την ξεκινάει ο ίδιος.
Μπαίνουν ψύλλοι στα αυτιά μας. Μοιάζει σαν κάποιοι από τους φύλακες να προσπαθούν σκόπιμα να μας καθυστερήσουν για να νυχτώσει και ο νεαρός να σπεύδει να μας προειδοποιήσει. Βρίσκουμε τρόπο (παρά το προχωρημένο της ώρας) να μιλήσουμε με την ελληνική πρεσβεία στο Ελσίνκι, καθώς η Εσθονία υπάγεται σ’ αυτήν, και παίρνουμε διαβεβαίωση ότι οι Εσθονοί είναι 100% καθαροί και δεν υπάρχει περίπτωση να έχουν σχέσεις με τη ρωσική μαφία.
Λίγο μετά μας δίνουν και οι Εσθονοί το ελεύθερο να συνεχίσουμε. Εν τω μεταξύ όμως, και καθώς η Ρωσία έχει δύο ώρες διαφορά, είναι πλέον περασμένα μεσάνυχτα και παίρνουμε τη μεγάλη απόφαση. Δεν πάμε στην Αγία Πετρούπολη, αλλά επιστρέφουμε στο Ταλίν.
Στρίβουμε, λοιπόν, και με τα πολλά μας αφήνουν να φύγουμε, χωρίς να περιμένουμε στην απέναντι ουρά των αυτοκινήτων που έρχονται από τη Ρωσία. Τα διαβατήριά μας, βέβαια, γράφουν ότι έχουμε εγκαταλείψει την Εσθονία — κάτι που μας ταλαιπώρησε αφάνταστα στη συνέχεια, όταν θελήσαμε να βγούμε από την Εσθονία παίρνοντας το καταμαράν από Ταλίν για Ελσίνκι, αφού έπρεπε να επαληθεύσουν τα λεγόμενά μας με τους συνοριακούς φρουρούς στη Νάρβα.
Και αν, με τα σχέδιά μας να επισκεφτούμε την Αγία Πετρούπολη δεν συμφωνούν οι Εσθονοί συνοριακοί φρουροί, οι Φινλανδοί επισκέπτες του Σαββατοκύριακου φροντίζουν να μη βρούμε πλοίο για το Ελσίνκι. Έτσι, αναγκαστικά γνωρίζουμε καλύτερα το Ταλίν, μια υπέροχη πόλη.
Eπιστρέφουμε στο Ταλίν μετά τα μεσάνυχτα. Είναι Σάββατο βράδυ, όμως, και ανακαλύπτουμε ότι κάθε Σάββατο το Ταλίν καταλαμβάνεται από τους Φινλανδούς, που έρχονται από το Ελσίνκι με τα γρήγορα καταμαράν (μιάμιση ώρα) ή τα λιγότερο γρήγορα φέρι (4 ώρες) για το Σαββατοκύριακο.
Μετά από δεκάδες τηλεφωνήματα βρίσκουμε ένα δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο και δύο δωμάτια σε κάποιο άλλο και βολευόμαστε για το βράδυ. Αφού όμως πληρώνουμε 350 ευρώ για κάθε δωμάτιο.
18 ΜΑΙΟΥ – Ταλίν
Πρωί-πρωί ξεκινάμε για το λιμάνι. Στόχος μας να κλείσουμε εισιτήρια για το καταμαράν το μεσημέρι και να περάσουμε το πρωινό εξερευνώντας το Ταλίν. Όπως είναι όμως λογικό (και αν το είχαμε σκεφτεί), όλοι αυτοί που ήρθαν από το Ελσίνκι για Σαββατοκύριακο πρέπει και να επιστρέψουν. Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτα μέχρι τη Δευτέρα το μεσημέρι. Κλείνουμε αναγκαστικά, λοιπόν, για Δευτέρα μεσημέρι, σ’ ένα από τα γρήγορα καταμαράν. Η υπάλληλος μας ζητάει να γράψουμε αναλυτικά όλα τα ονόματα (όνομα και επώνυμο) και ζητάει ημερομηνίες γεννήσεως για όλους. «Θα μας στείλετε δώρο στα γενέθλιά μας;» ρωτάω αστειευόμενος. «Όχι, τα χρειαζόμαστε για να αναγνωρίσουμε νεκρούς και αγνοούμενους σε περίπτωση ναυτικού ατυχήματος», έρχεται η απάντηση. Ωραία!
Κλείνουμε τηλεφωνικά ένα «μεσαιωνικό» ξενοδοχείο για απόψε στο Ταλίν, μια και θα μείνουμε αναγκαστικά μια νύχτα ακόμη, και αφού αφήνουμε τα πράγματα και τα αυτοκίνητά μας, βγαίνουμε να γνωρίσουμε την παλιά πόλη.
Πρώτη στάση στο Raeapteek, στο φαρμακείο δηλαδή, που βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της παλιάς πόλης. Λειτουργεί από το 1422 (!) (70 χρόνια πριν ο Κολόμβος ανακαλύψει την Αμερική) και λειτουργεί σαν φαρμακείο ακόμη. Φτάνουμε γεμάτοι περιέργεια και το βρίσκουμε… κλειστό. Είναι Κυριακή σήμερα. Γκίνια.

Το Ταλίν είναι η μόνη, ίσως, πόλη στην Ευρώπη που το μεσαιωνικό της τείχος σώζεται ολόκληρο και έχεις τη δυνατότητα να το επισκεφτείς και να ανέβεις στους πύργους του.
Συνεχίζουμε προς τα τείχη. Ο περιφερειακός δρόμος έχει από τη μία μεριά το τείχος και από την άλλη τα σπίτια.

Δεξιά μας ο Ηλίας και αριστερά η Marie και ο Dietmar

Προσοχή “τσαντάκηδες”
Η βόλτα συνεχίζεται μέσα στο κάστρο,

όπου η μοναδική ταβέρνα που λειτουργεί λέγεται «Syrtaki»,
και η εμπειρία ολοκληρώνεται με το βραδινό φαγητό, στο κελάρι του «μεσαιωνικού» ξενοδοχείου μας, που είναι …γκουρμέ. Αποτελείται από 6 πιατάκια και σερβίρουν ένα πιατάκι, κάθε 20 λεπτά. Κόλαση!
O Γιάννης εν τω μεταξύ, βγάζει καλλιτεχνικές φωτογραφίες για το περιοδικό

Η ρωσική ορθόδοξη εκκλησία Αλεξάντερ Νιέβσκι δεσπόζει στην κεντρική πλατεία του κάστρου.

Μετά τα μεσάνυχτα, στο ίδιο σημείο
19 ΜΑΙΟΥ Ταλίν – Ελσίνκι… Γολγοθάς!
Φρέσκοι-φρέσκοι το επόμενο πρωί φτάνουμε στο λιμάνι. Και αρχίζει ο νέος Γολγοθάς με τον έλεγχο των διαβατηρίων, καθώς οι σφραγίδες δείχνουν ότι έχουμε εγκαταλείψει την Εσθονία, ενώ εμείς είμαστε ακόμη στο Ταλίν.
Λίγα λεπτά πριν την αναχώρηση του καταμαράν φέρνουν τα διαβατήρια στο πρώτο αυτοκίνητο, αλλά όχι ακόμα στο δεύτερο. Κινούμαι αργά προς την είσοδο του πλοίου, ενώ ο υπεύθυνος αξιωματικός μου κάνει νόημα να βιαστώ. Πλησιάζω βάζοντας τις μπροστινές ρόδες στο πλοίο, ενώ οι πίσω είναι ακόμα έξω, και του εξηγώ ότι πρέπει να περιμένουμε και το άλλο αυτοκίνητο. Αυτός απτόητος: «Σε 3 λεπτά φεύγουμε». Κοιτάζω το ρολόι. 11 παρά 3’. Λες να το εννοεί;
Προσπαθώ να κάνω πλάκα εξηγώντας ότι είμαι μισός μέσα, μισός έξω, άρα ούτως ή άλλως δεν μπορούν να φύγουν αν δεν συμφωνήσω κι εγώ! Με κοιτάει ψυχρά και συνεχίζει: «Σε 2 λεπτά φεύγουμε, προχώρα!».
Ευτυχώς, λίγο πριν αρχίσουν τα «όργανα», βλέπω με την άκρη του ματιού μου ότι και το δεύτερο αυτοκίνητο έρχεται επιτέλους και μόλις σιγουρεύομαι ότι θα προλάβει, προχωράω προς το βάθος του πλοίου. «Επιτέλους, τελείωσε τώρα η ταλαιπωρία. Από δω και πέρα μπαίνουμε στην… ΕΟΚ». Είναι η συζήτηση στο σαλόνι του πλοίου. Η θάλασσα είναι λάδι και το ταξίδι καταπληκτικό. Δεν ξέραμε όμως τι μας περιμένει!
Μιάμιση ώρα με το καταμαράν, χωρίζει το Ταλίν από το Ελσίνκι, την πρωτεύουσα της Φινλανδίας. Θέλεις άλλα 800 χιλιόμετρα, διασχίζοντας την περιοχή των 1000 λιμνών, για να φτάσεις στον Αρκτικό Κύκλο.
Φτάνουμε στο Ελσίνκι και προχωράμε προς την έξοδο, δείχνοντας βαριεστημένα τα διαβατήριά μας στον έλεγχο.
«Για κάντε στην άκρη και περιμένετε». Ορίστε; Δεν κατάλαβα. Εδώ είναι ΕΟΚ, έτσι δεν είπαμε;
Και αρχίζει η ανάκριση.
«Πού πάτε;»
«Στο Βόρειο Ακρωτήριο». Δείχνουμε και τα αυτοκόλλητα πάνω στα αυτοκίνητα.
«Και γιατί διαλέξατε αυτό το δρομολόγιο; Μήπως είναι κλεμμένα τα αυτοκίνητα;»
Ρε μεγάλε, αν ήταν κλεμμένα δεν θα παίρναμε σβάρνα όλη την Ανατολική Ευρώπη μ’ αυτά. «Ορίστε, πάρε τηλέφωνο το γραφείο τύπου της Toyota να σου εξηγήσει». Μάταια. Σε λίγο κατέφθασαν δυο-τρεις τύποι ακόμη και άρχισε το ξεψάχνισμα του αυτοκινήτου. Αριθμός πλαισίου, αριθμοί κινητήρα, όλα καταγράφηκαν με προσοχή.
Δύο ώρες αργότερα, ο επικεφαλής μας ενημέρωσε ότι μπορούμε να φύγουμε, συμπληρώνοντας με χαμόγελο: «Έχετε υπ’ όψιν ότι αν τα αυτοκίνητα είναι κλεμμένα, σε λίγο θα σας κυνηγάει όλη η αστυνομία της Φινλανδίας. Εμείς απλώς καταγράψαμε όλα τα νούμερα και τα στέλνουμε ήδη στην Interpol».
Φεύγοντας κάποιος μονολογεί: «Από δω και πέρα δεν θα συναντήσουμε άλλα σύνορα. Είμαστε στην ΕΟΚ».
… «Δεν μας χέζεις κι εσύ και η ΕΟΚ».
Κάποια στιγμή καταφθάνουμε στο ξενοδοχείο. Λίγο μετά μας έχει φύγει και η ζοχάδα και ξεκινάμε την εξερεύνηση του Ελσίνκι.
Πρώτος σταθμός η εκκλησία μέσα στο βράχο

Χριστιανοί, Καθολικοί και Προτεστάντες, προσπαθούμε να εντυπωσιάσουμε με τον όγκο και κυρίως τον πλούτο στις εκκλησίες μας. “Γιατί οι χώροι λατρείας να έχουν αυτή την μορφή; Σε τι βοηθάει;” ήταν μια πρόσφατη “γκρίνια” της κόρης μου, που ασυναίσθητα ήρθε στο μυαλό μου όταν μπήκα μέσα στην εκκλησία αυτή στο Ελσίνκι.
Το όργανο αριστερά ήταν το μοναδικό “στολίδι”. Η εκκλησία είναι σκαμμένη μέσα σ’ έναν τεράστιο στρογγυλό βράχο, ενώ η οροφή της είναι ένας στρογγυλός μεταλλικός δίσκος, που στηρίζεται στο βράχο με τους βραχίονες που βλέπουμε, αφήνοντας το φως, ανάμεσα στους βραχίονες να φωτίσει το χώρο, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα μυσταγωγίας. Μόνοι μας είμαστε και μιλάγαμε ψιθυριστά. Από τις κορυφαίες εμπειρίες του ταξιδιού για μένα.
Αμέσως μετά κατευθυνόμαστε προς το Ολυμπιακό Στάδιο του Ελσίνκι. Εδώ επρόκειτο να γίνουν οι Ολυμπιακοί του 1940, που ματαιώθηκαν εξαιτίας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι έγιναν τελικά οι Ολυμπιακοί του 1952, ενώ το στάδιο κράτησε και στη συνέχεια τη φήμη του από τα σπουδαία μίτινγκ στίβου και τα μεγάλα ρεκόρ που γίνονται εδώ.
Με ένα μικρό εισιτήριο ανεβαίνουμε στον πύργο του σταδίου και απολαμβάνουμε τη θέα του Ελσίνκι, που απλώνεται στα πόδια μας.
Η περιήγηση ολοκληρώνεται και ακολουθεί βραδινό φαγητό στο εστιατόριο «Lappi», που ειδικεύεται σε λαπωνικά και φινλανδικά φαγητά. Το μυαλό μας είναι αλλού όμως, αφού αύριο το βράδυ φτάνουμε επιτέλους στον Αρκτικό Κύκλο. Θα δούμε τον ήλιο του μεσονυκτίου στο Ροβανιέμι.
Η παρέα μας έχει εν τω μεταξύ μεγαλώσει, καθώς καταφτάνουν η Δανάη και η Δάφνη από το Λονδίνο.
20 ΜΑΙΟΥ Ελσίνκι – Ροβανιέμι 879 χλμ.
Στα αρχικά σχέδιά μας ήταν, περνώντας από την περιοχή των λιμνών, να βρούμε και να βγάλουμε φωτογραφίες σε κάποιες από τις ειδικές διαδρομές του «Ράλλυ των 1000 λιμνών». Ξανακοιτάζοντας όμως τη διαδρομή, συνειδητοποιούμε ότι Ελσίνκι–Ροβανιέμι είναι 880 χιλιόμετρα, ενώ θέλαμε να φτάσουμε στο Ροβανιέμι όσο το δυνατόν πιο νωρίς, για να έχουμε χρόνο να δούμε και να φωτογραφίσουμε την περιοχή.

Η Δάφνη το ‘χει ρίξει στον ύπνο
Ξεκινάμε λοιπόν μ’ όλα τα γκάζια. Κυριολεκτικά, αφού από το Ελσίνκι μέχρι το Τάμπερε είναι 160 χιλιόμετρα καταπληκτικού αυτοκινητόδρομου. Εν τω μεταξύ, μελετώντας τους ταξιδιωτικούς οδηγούς, μαθαίνουμε ότι οι Φινλανδοί δεν είναι συγγενείς με τους υπόλοιπους Σκανδιναβούς, αλλά ανήκουν στη φινο-ουγγρική φυλή, που ήρθε από τα βάθη της Ασίας. Είναι στενοί συγγενείς όμως με τους Ούγγρους και ο Dietmar (για να πειράξει τη Μαρί, που είναι Ουγγαρέζα) μας «εξηγεί» ότι καθώς η φυλή ερχόταν από την Ασία, στην περιοχή που βρίσκεται η Αγία Πετρούπολη συνάντησε… ταμπέλα που έλεγε ότι πρέπει να στρίψουν δεξιά. Όσοι λοιπόν «ξέρανε να διαβάζουν» πήγανε δεξιά και κατέληξαν στη Φινλανδία, όσοι δεν ξέρανε να διαβάζουν, συνέχισαν ευθεία, κάποιοι ξέμειναν στην Εσθονία (ανήκουν και αυτοί στην ίδια φυλή) και οι υπόλοιποι κατέληξαν στην Ουγγαρία. Πέρα από το αστείο, πάντως, Ούγγροι και Φινλανδοί αισθάνονται πράγματι συγγενείς.
Όσο έτρεχε ο Μίκα Χάκινεν, σε κάθε ουγγρικό γκραν πρι F1, οι μισοί φίλαθλοι ήταν Φινλανδοί, που βρίσκανε αφορμή τον αγώνα για να επισκεφθούν την Ουγγαρία.
Εν τω μεταξύ, οι λίμνες διαδέχονται η μία την άλλη, χωρίς κάτι εντυπωσιακό όμως. Ψάχνουμε ένα καλό σημείο για να βγάλουμε φωτογραφίες, αλλά μάταια. Τίποτα εντυπωσιακό. (Όταν έφτασα στο Ροβανιέμι αγόρασα και ένα βιβλίο με φωτογραφίες της Φινλανδίας, μόνο και μόνο για να δω εντυπωσιακές λίμνες, αλλά ούτε εκεί βρήκα τίποτα.) Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι όταν συναντάς χίλιες λίμνες, παύουν να σου κάνουν εντύπωση στο τέλος.

Στο δρόμο για Ροβανιέμι
Αρχίζει να συννεφιάζει καθώς προχωράμε βόρεια κι αυτό βέβαια μας τη σπάει, αφού αρκτικός κύκλος σημαίνει ήλιος του μεσονυκτίου και διαλέξαμε αυτές τις ημερομηνίες για το ταξίδι, ώστε από το Ροβανιέμι και πάνω, μέχρι το Βόρειο Ακρωτήριο, να έχουμε συνέχεια ήλιο, που να μην δύει καθόλου. Επιστρατεύουμε όλα τα γνωστά «βουντού», καλώντας τον ήλιο να εμφανιστεί· αυτός όμως μας «γράφει» κανονικά. Φτάνουμε έτσι στο Ροβανιέμι με πυκνή συννεφιά. Βρίζοντας!

Ειναι σχεδόν μεσάνυχτα, αλλά έχει φως απέξω
Έχουμε κάνει 6.000 χλμ. μέχρι τώρα για να δούμε τον ήλιο του μεσονυκτίου και αυτός αποφάσισε να κρυφτεί. Είναι δυνατόν;
Φτάνοντας στο Ροβανιέμι, τα σχέδια προέβλεπαν βραδινό φαγητό και στη συνέχεια βόλτα μέχρι τον Αρκτικό Κύκλο, μέχρι το σημείο δηλαδή που υπάρχει σήμανση που δείχνει ότι βρίσκεσαι ακριβώς πάνω στη γραμμή του Αρκτικού Κύκλου. Το σημείο είναι 6 χιλιόμετρα έξω από το Ροβανιέμι, εκεί όπου έχουν δημιουργήσει και το χωριό του Άι-Βασίλη.
Θέλαμε να βρεθούμε εκεί ακριβώς στα μεσάνυχτα και να τραβήξουμε αναμνηστικές φωτογραφίες κάτω από τον ήλιο του μεσονυχτίου. Ο καιρός μάς τα χάλασε όμως, καθώς η πυκνή συννεφιά έκρυβε τελείως τον ήλιο. Γύρω στις 11 το πήραμε απόφαση, αλλά παρ’ όλα αυτά αποφασίσαμε ότι θα τηρήσουμε το πρόγραμμα και θα επισκεφτούμε γύρω στα μεσάνυχτα τον Αρκτικό Κύκλο.
Βγαίνοντας από το ξενοδοχείο για να πάμε στο αυτοκίνητο, συνειδητοποιώ ότι κάτι δεν πάει καλά. Είμαστε στον Αρκτικό Κύκλο, η θερμοκρασία είναι 12 βαθμοί πάνω από το μηδέν. Τρία χρόνια πριν, ακριβώς την ίδια ημερομηνία, πηγαίνοντας για Αλάσκα, βρεθήκαμε στον Αρκτικό Κύκλο, στον Βόρειο Καναδά, και η θερμοκρασία ήταν 2 βαθμοί κάτω από το μηδέν. Λίγο μετά είχε αρχίσει να χιονίζει με τέτοιο πάθος, που ο δρόμος είχε σκεπαστεί με 25 πόντους χιόνι μέσα σε δύο ώρες.
Καθώς μάλιστα στο φετινό ταξίδι σχεδιάζουμε να προχωρήσουμε περίπου 700 χιλιόμετρα βορειότερα από τον Αρκτικό Κύκλο μέχρι να φτάσουμε στο βόρειο ακρωτήριο, έχουμε φτάσει φουλ εξοπλισμένοι για δύσκολες συνθήκες. Μέχρι και αλυσίδες έχουμε για το Land Cruiser.
Λίγο πιο προσεκτικό διάβασμα στην επιστροφή μάς έδωσε τις απαντήσεις. Η Σκανδιναβία δέχεται το ζεστό ρεύμα του Κόλπου του Μεξικού και αυτό, σε συνδυασμό με την παντελή σχεδόν έλλειψη βουνών, μαλακώνει το κλίμα. Καμία σχέση δηλαδή με τον Καναδά και την Αλάσκα, όπου οι συνθήκες είναι πολύ άγριες.
Το ίντερνετ βέβαια έδινε για το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου μέχρι 9 βαθμούς Κελσίου, σε συνδυασμό με βροχή και χιόνι για όλη τη Βόρεια Σκανδιναβία, και μας είχε παρασύρει στο να φανταζόμαστε άλλες καιρικές συνθήκες απ’ αυτές που βρήκαμε τελικά.
Λίγο μετά φτάνουμε στο χωριό του Άι-Βασίλη και ανακαλύπτουμε πού βρίσκεται το Ναπαπίρι — ο Αρκτικός Κύκλος δηλαδή στα φινλανδικά.
Στο γυρισμό πέφτουμε πάνω σε ένα άγριο κουνέλι που έχει βγει βόλτα και μαγεύεται από τα φώτα μας και η διάθεση αρχίζει να ανεβαίνει.
21 ΜΑΙΟΥ Rovaniemi – Inari
Η επόμενη μέρα ξεκινάει με μια επίσκεψη στο εντυπωσιακό Arcticum, το μουσείο δηλαδή του Αρκτικού Κύκλου, αλλά και στο εργοστάσιο μαχαιριών που βρίσκεται ακριβώς απέναντι και σου δίνει τη δυνατότητα να χαράξεις το όνομά σου πάνω στη λεπίδα όποιου μαχαιριού αγοράσεις.

Η Marie στο Arcticum
Ξεκινώντας το ταξίδι προς τον βορρά, κάνουμε μια στάση ακόμα στο χωριό του Άι-Βασίλη, που ήταν στον δρόμο μας, καθώς θέλουν όλοι να στείλουν ευχετήριες κάρτες που θα παραδοθούν τα Χριστούγεννα και θα έχουν σφραγίδες από το χωριό του Άι-Βασίλη.
Αντιγράφω από μία από τις ευχετήριες κάρτες που στείλαμε: «Θυμάσαι που σε ρώτησα τον ταχυδρομικό κώδικα και δεν καταλάβαινες τι τον ήθελα; Γι’ αυτό τον ήθελα. Χρόνια πολλά από τον Ναπαπίρι της Φινλανδίας».
Λίγο μετά συναντάμε και τον Άι-Βασίλη αυτοπροσώπως, και μια διαδικασία που φανταζόμουν τελείως κιτς — καθώς εκτός όλων των άλλων βρισκόμαστε και στον Μάιο — εξελίσσεται σε φάση που μας φτιάχνει την ημέρα.

Ηταν πάνω απο 2 μέτρα ο Αι-Βασίλης μας.
«Ομολογώ ότι η ιδέα του Santa Claus Village έξω από το Ροβανιέμι, όπου έχεις την ευκαιρία να συναντήσεις όλο τον χρόνο τον Άη-Βασίλη και να φωτογραφηθείς μαζί του, δεν ήταν ιδιαίτερα ελκυστική για μένα. Δυσανασχέτησα μάλιστα όταν οι υπόλοιποι κατευθύνθηκαν στο Santa Claus Office.
Ύστερα από λίγο βέβαια, ο πανύψηλος αυτός Φινλανδός μας κέρδισε όλους. “Καλημέρα, καλησπέρα, τι κάνετε;” έλεγε και γελούσε όταν ποζάραμε για τις φωτογραφίες σε άπταιστα ελληνικά, καθώς έχει επισκεφτεί ήδη 14 φορές την Ελλάδα — αλλά κυρίως με την καλή διάθεσή του και το γέλιο του.

Η Δάφνη και η Δανάη με τον Αη Βασίλη.
»Μας έφτιαξε την ημέρα, ρίξτε μια ματιά στη φωτογραφία για να βεβαιωθείτε. Πάνω από χίλιες φωτογραφίες τραβήξαμε σε αυτό το ταξίδι. Είναι η μόνη στην οποία γελάμε όλοι σαν παιδιά».
Ξεκινάμε με κέφι λοιπόν. Από εδώ και πάνω είναι Λαπωνία. Η κοπέλα στο ταχυδρομείο του Άι-Βασίλη, που έρχεται κάθε χρόνο στην Ελλάδα, μας λέει ότι θα είμαστε πολύ άτυχοι αν δεν συναντήσουμε ταράνδους στη διαδρομή μας.
Η διαδρομή Ροβανιέμι – Ίναρι είναι και το συναρπαστικότερο κομμάτι όλου του ταξιδιού. Λίγο μετά το Ροβανιέμι συναντάμε στο δρόμο και τους πρώτους ταράνδους.
Κάνουμε μια στάση στην Sodankyla, για να επισκεφτούμε την ξύλινη εκκλησία της του 15ου αιώνα, δυστυχώς όμως τη βρίσκουμε κλειστή και, καθώς αρχίζει να βρέχει, επιστρέφουμε τρέχοντας στα αυτοκίνητα, που είναι παρκαρισμένα πεντακόσια μέτρα πιο πέρα. Αισθανόμαστε άβολα, καθώς η διαδρομή από το πάρκινγκ μέχρι την εκκλησία περνάει υποχρεωτικά μέσα από το νεκροταφείο της πόλης.

Με 140 χιλιόμετρα, πάνω σε βρεγμένο οδόστρωμα, πηγαίναμε, όταν πετάχτηκε ο τάρανδος στο δρόμο.
Ένας άλλος τάρανδος, που πετάχτηκε λίγα χρόνια πρίν, μπροστά από μια Mercedes A Class, οδήγησε στην εξέλιξη ενεργητικών διαφορικών, στα καθημερινά μας αυτοκίνητα.
“Ταρανδομαχίες” λέγαμε τα τεστ ενεργητικής ασφάλειας, που κάναμε τότε, ψάχνοντας πιο μοντέλο συμπεριφέρεται καλύτερα σε ένα τυποποιημένο ελιγμό, που προσομοίαζε τον ελιγμό, που αναγκάζεσαι να κάνεις, αν σου πεταχτεί τάρανδος.
Όλα αυτά μου ήρθαν αστραπιαία στο μυαλό, μαζί με τα κακά μαντάτα. Κανένα αυτοκίνητο δεν τα είχε καταφέρει με περισσότερα από 80 χιλιόμετρα την ώρα. Στην πίστα! Και εγώ ήμουν με 140 στο βρεγμένο και μάλιστα με “τζιπ”, δηλαδή με αισθητά υψηλότερο κέντρο βάρους. Είχα ήδη βέβαια αρχίσει να φρενάρω, ενώ σκεπτόμουνα όλα αυτά. Μαλακά στην αρχή, μ’ όλη μου τη δύναμη στη συνέχεια, μόλις διαπίστωσα την εκπληκτική συμπεριφορά του Land Cruiser στο φρενάρισμα, παρά το βρεγμένο οδόστρωμα. Βοήθησε λίγο και ο τάρανδος που “κιότεψε” και κοντοστάθηκε και έτσι στο τέλος δεν χρειάστηκε παρά μόνο μια ελαφριά μετατόπιση προς τα δεξιά (όπως φαίνεται και από τις ροδιές στη φωτογραφία), για να τον αποφύγουμε. Καθώς μάλιστα είμαστε σε περιοχή με ταράνδους οι φωτογραφικές μηχανές ήταν στο χέρι και ο Γιάννης πρόλαβε από το πίσω αυτοκίνητο, να απαθανατίσει την όλη φάση.
“Very good car, finally”, όπως είπε και ο Dietmar.
Η επόμενη στάση, ενώ συναντάμε συνέχεια ταράνδους στη διαδρομή μας, είναι ένα μικρό ice-hotel στη δεξιά πλευρά του δρόμου, που δεν λειτουργεί βέβαια πλέον, αλλά δεν έχει λιώσει ακόμα ολόκληρο.

Στο ice-hotel, που έχει αρχίσει να λιώνει
Βγάζουμε φωτογραφίες στο κεντρικό κτίριο, που μοιάζει να φιλοξενούσε το μπαρ του ξενοδοχείου και διατηρείται σχεδόν ολόκληρο, ενώ ρίχνουμε και μια ματιά στα δωμάτια, που η στέγη τους έχει πλέον λιώσει και μένουν μόνο τα πλαϊνά τους.
Ακριβώς απέναντι είναι ένα εκτροφείο huskies. Εκατοντάδες πανέμορφα σκυλιά, που μοιάζουν όλα πολύ νεαρά σε ηλικία, ξεσπάνε σε γαυγίσματα καθώς πλησιάζουμε να τα θαυμάσουμε. Σίγουρα προορίζονται για να σύρουν κάποια έλκηθρα τον επόμενο χειμώνα, που θα έχουν ολοκληρώσει την ανάπτυξή τους.
Η εμπειρία ολοκληρώνεται καθώς συναντάμε την πρώτη – σχεδόν – παγωμένη λίμνη και γύρω στις 7 το απόγευμα φτάνουμε στο Ίναρι, την πρωτεύουσα της φινλανδικής Λαπωνίας. Το μοναδικό του ξενοδοχείο δεν λέει τίποτα· το παγωμένο ποτάμι, όμως, που κυλάει δίπλα του είναι καταπληκτικό. Το χωριό επίσης δεν λέει τίποτα: ένα σούπερ μάρκετ, μια – ας την πούμε – μπιραρία και ένα μαγαζί με τουριστικά δώρα. Κι όμως, όταν κάναμε την τελική ανασκόπηση του ταξιδιού, ψηφίστηκε σαν ένα από τα μέρη που ευχαρίστως θα επιστρέφαμε και θα ζούσαμε μια βδομάδα. Η γαλήνη και η ομορφιά της φύσης είναι κάτι μοναδικό.
Εξακολουθούμε, βέβαια, να έχουμε τους ίδιους στόχους: να συναντηθούμε με τον ήλιο του μεσονυκτίου. Αν και οι πιθανότητες είναι μικρές, καθώς η συννεφιά φαίνεται αδιαπέραστη, χωριζόμαστε σε δύο ομάδες. Η πρώτη ψάχνει για το καταλληλότερο σημείο, για να ανάψουμε φωτιά, δίπλα στο ποτάμι.

Στο Ιναρι, δίπλα στην λίμνη
Λίγο πιο μετά στέκονται τυχεροί, αφού βρίσκουν οργανωμένη κατάσταση: ένα ξέφωτο, που στη μέση έχει ίχνη φωτιάς και γύρω-γύρω κομμένους κορμούς, που λειτουργούν σαν παγκάκια. Συνεχίζουμε συγκεντρώνοντας ξύλα και κυρίως πολλά κουκουνάρια, καθώς η βροχή εξακολουθεί να πέφτει.
Η δεύτερη ομάδα είχε άλλα καθήκοντα, καθώς ο Γιάννης Γιαννιδάκης είχε γενέθλια την επομένη και έπρεπε να ετοιμαστεί surprise birthday party για τις 12 και 1 λεπτό, που θα άλλαζε η ημέρα.

12:01 μετά τα μεσάνυχτα. Surprise – Birthday party
Τούρτες και σαμπάνιες, βέβαια, δεν βρέθηκαν στο Ίναρι· βρέθηκαν όμως κεράκια, κέικ και μπίρες του λίτρου και το πάρτι είχε μεγάλη επιτυχία, αφού η φωτιά άναψε παρ’ όλη τη βροχή.

Πολυ της άρεσε της Δάφνης η όλη “φάση”
Ο ήλιος του μεσονυκτίου, ωστόσο, έλαμψε δια της απουσίας του.

Γυρίζοντας απο το πάρτυ
Γυρίζοντας στο ξενοδοχείο, βρεθήκαμε στη στιγμή που και οι τελευταίοι επισκέπτες εγκατέλειπαν το εστιατόριό του, που, καθώς εδώ τρώνε νωρίς, τις τελευταίες πέντε ώρες μάλλον σαν μπαρ λειτουργούσε. Οι περισσότεροι θαμώνες ήταν εμφανώς πιωμένοι, αν και ιδιαίτερα ευγενικοί! Εδώ ήταν που, αναγκαστικά, το Land Cruiser χρησιμοποιήθηκε σαν… ταξί.
Η γυναίκα που με πλησίασε ήταν Sami και ευγενικά με παρακάλεσε να πάμε τη φίλη της στο σπίτι, γιατί είχε πιει τέσσερα μπουκάλια ισπανικό κρασί και δεν μπορούσε να επιστρέψει με το ποδήλατο, με το οποίο είχε φτάσει μέχρι εδώ. Λίγο μετά εμφανίστηκε και η φίλη της, που τρέκλιζε – χρειάστηκε να τη συγκρατήσει ο Dietmar, για να μην σωριαστεί στις σκάλες.
Το σπίτι της ήταν λίγο έξω από το χωριό και, όταν σταματήσαμε απ’ έξω, φαντάστηκα ότι η γυναίκα που μου είχε μιλήσει κατ’ αρχάς θα έμπαινε μαζί της στο σπίτι, για να τη βάλει στο κρεβάτι. Αντί γι’ αυτό όμως, μας εξήγησε ότι θα πάει μόνη της και ότι στο σπίτι είναι ο άντρας της και τα δυο της παιδιά, άρα δεν χρειάζεται να τη συνοδέψει, δίνοντάς μας την εντύπωση ότι το μεθύσι της φίλης της ήταν κάτι που συνέβαινε τακτικά.
Στη συζήτηση που είχαμε στην επιστροφή, μας εξήγησε και τα προβλήματα που έχεις ζώντας σε μια τόσο μικρή κοινωνία και πώς όλη αυτή η ομορφιά της φύσης και η γαλήνη δημιουργεί τελικά αφάνταστη πίεση και το ποτό είναι κάποια διέξοδος. Η ίδια είχε γεννηθεί αλλού, αλλά ήρθε εδώ, αφού δούλευε στο φινλανδικό κοινοβούλιο των Sami, που εδρεύει στο Ίναρι.
22 ΜΑΙΟΥ Inari – Karasjok
Λαπωνία
Η Λαπωνία καταλαμβάνει το βόρειο μέρος της Νορβηγίας, Σουηδίας και Φινλανδίας, καθώς και τη χερσόνησο Κόλα της Ρωσίας. Οι ντόπιοι χρησιμοποιούν τη λέξη Sami, τόσο για την περιοχή όσο και για τους ανθρώπους της. Οι Λάπωνες σήμερα, οι Sami, είναι περίπου 70.000 και είναι απλωμένοι και στις 3 αυτές τις χώρες. Θεωρούνται από τους παλαιότερους λαούς που κατοικούν στην Ευρώπη και μέχρι τον 16ο αιώνα ζούσαν νομαδικά, ασχολούμενοι με το κυνήγι και το ψάρεμα. Από τον 16ο αιώνα ωστόσο ασχολούνται κυρίως με τη βοσκή των ταράνδων και ακολουθούν τις εποχιακές μετακινήσεις τους.
Τους προηγούμενους αιώνες έγιναν μεγάλες προσπάθειες από τους υπόλοιπους Σκανδιναβούς για να τους απορροφήσουν, με αποκορύφωμα τους νόμους που ίσχυαν στη Νορβηγία μέχρι το 1950 και απαγόρευαν την ιδιοκτησία γης σε ανθρώπους που δεν μίλαγαν νορβηγικά. Αυτά όλα όμως ανήκουν στο παρελθόν και οι Sami έχουν πλέον το δικό τους κοινοβούλιο, που εδρεύει στο Karasjok στη Βόρεια Νορβηγία και περιλαμβάνει βουλευτές από όλες τις περιοχές της Sami, δηλαδή της Λαπωνίας.
22 ΜΑΙΟΥ Inari – Honningsvag
Την επόμενη ξεκινήσαμε σχετικά νωρίς. Δεν κρατιόμαστε. Το βράδυ θα είμαστε στο Nordkapp. Και βέβαια τα σύννεφα θα είχαν διαλυθεί και ο ήλιος θα έλαμπε λαμπρός τα… μεσάνυχτα. Ήμουν σίγουρος.
Περάσαμε τα σύνορα, Φινλανδίας – Νορβηγίας, χωρίς να μας σταματήσει κανείς και κάναμε την πρώτη στάση στο Karasjok. Ύστερα από ένα σύντομο καφέ, καταλήξαμε στο κοινοβούλιο των Sami.

To κτίριο αριστερά, που μοιάζει με τεράστια τέντα, είναι το κοινοβούλιο των Sami
Το κτίριο ήταν ενδιαφέρον αρχιτεκτονικά και η βασική του αίθουσα είχε τη μορφή μιας τεράστιας τέντας των Sami. Φτάσαμε ενώ η συνεδρίαση ήταν σε εξέλιξη. Σ’ όλο το κτίριο, στην καφετέρια αλλά και στους διαδρόμους, υπήρχαν οθόνες που αναμετέδιδαν τη συνεδρίαση.
Κατευθυνθήκαμε προς την «τέντα» και, ανεβαίνοντας μια σκάλα, βρεθήκαμε σ’ ένα εσωτερικό μπαλκόνι, που περιτριγύριζε την «τέντα» και ήταν 3–4 μέτρα ψηλότερα από την αίθουσα όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι βουλευτές, φορώντας όλοι Sami ενδυμασίες, που διέφεραν μεταξύ τους, ανάλογα με την περιοχή που εκπροσωπούσε ο κάθε βουλευτής.

Στο κοινοβούλιο των Sami
Δυστυχώς, εκείνη τη στιγμή ολοκληρώθηκε η συνεδρίαση και δεν προλάβαμε να αποκτήσουμε άποψη για το επίπεδο της κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης.
Φεύγοντας, βρεθήκαμε στο δρόμο δίπλα στους βουλευτές, που αποχωρούσαν περπατώντας και που ευχαρίστως πόζαραν για φωτογραφία, όταν ο Γιάννης τους το ζήτησε.

Παραδοσιακές στολές, φορούσαν οι Λάπωνες βουλευτές, που διέφεραν μεταξύ τους, ανάλογα με την περιοχή που εκπροσωπούσε ο κάθε βουλευτής.

